Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.10.23

ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ 6: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΣΕ ΓΑΤΑ

 


Ο Ιάσονας μετά το ατύχημα δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια του, οι γιατροί προσπαθούν να τον καθησυχάσουν παρόλα αυτά η μέση του δεν το κρατούσε... Οι μέρες περνούσαν και δεν υπήρχε βελτίωση. Η Κατερίνα, η κοπέλα του  δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την κατάσταση, έφυγε από το σπίτι... Ο χωρισμός τους, τον διέλυσε ψυχολογικά, φυσικά την δικαιολόγησε – ίσως και αυτός θα έκανε το ίδιο αν ήταν στη θέση της – ως γιατρός ήξερε πάρα πολύ καλά πώς να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, υπήρχε ένα μικρό ποσοστό καλυτέρευσης αλλά αυτό θα φαινόταν μετά την μαγνητική τομογραφία. Οι επόμενες μέρες ήταν αρκετά μοναχικές, οι γονείς του αποφάσισαν να του χαρίσουν ένα γατάκι για να του κάνει συντροφιά, παρόλο που ο ίδιος δεν συμπαθούσε τα ζώα. Αφού τον επισκέφθηκαν, του παρέδωσαν το γατάκι και εκείνος σκέφτηκε: «Ευτυχώς που είναι γατί και είναι αυτόνομο, γιατί αν χρειαζόταν φροντίδα θα το έκανα με το ζόρι...»

 ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΕΠΕΙΤΑ

Το νιαούρισμα της γάτας τον ξύπνησε για λίγο, και αποκοιμήθηκε πάλι. Την επόμενη μέρα προσπαθώντας να της βάλει τροφή στο μπολάκι της, έπεσε από το αναπηρικό καρότσι και έμεινε κάτω για ώρες, το γατί πήγε κοντά του και κουνώντας στην ουρά του γρήγορα, και νιαούριζε.

«Σταμάτα να κάνεις έτσι γιατί δεν μπορώ!» της είπε

Κατάφερε μετά από πολλή προσπάθεια να κάτσει στο καρότσι, και άρχιζε να βρίζει θεούς και δαίμονες για αυτή την ταλαιπωρία που τράβηξε, για να βάλει στο γατί φαΐ.

«Ορίστε φάε!»

 Γυρνώντας το καρότσι αλλού, άκουσε μία φωνή.

«Ηρέμησε όλα καλά θα πάνε...»

Ο Ιάσονας τρόμαξε και γύρισε το κεφάλι του. Δεν υπήρχε κανείς...

«Τρελαίνομαι, το άκουσες εσύ ψιψίνα;»

«Βέβαια και το άκουσα.»

Ο Ιάσονας γούρλωσε τα μάτια του, ξαφνικά μέσα σε 2-3 δευτερόλεπτα, η γάτα μεταμορφώθηκε σε μία ωραία γυναίκα και άρχισε να τον πλησιάζει. Εκείνος πήγαινε το καρότσι προς τα πίσω για να μην τον πλησιάσει.

«Τι θες από μένα; να σε βοηθήσω θέλω...»

«Μόνο εάν με αφήσεις.»

Δεν μπορεί να συμβαίνει σε μένα αυτό, μάλλον παραισθήσεις έχω... Θα ξαπλώσω και αύριο θα είναι όλα όπως πριν.»

« Ότι και να κάνεις, εγώ θα επιστρέψω.»

 

13.10.23

ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ 5: ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β)


 

Πετάγομαι από τον εφιάλτη μου και βλέπω τον Ερρίκο να με κοιτάει, εγώ έντρομη προσπαθώ να σταθεροποιήσω την αναπνοή μου… «Αγάπη μου, ένα κακό όνειρο ήταν… Πάει τώρα.» μου λέει για να με καθησυχάσει και τον παίρνω αγκαλιά. Ύστερα  αρχίζω ετοιμάζομαι για το μεσημεριανό τραπέζι. Όπως κατεβαίνουμε τις σκάλες, παρατηρώ δυο –τρεις κοπέλες που κάνουν στις δουλειές του σπιτιού να κρατούν στα χέρια τους, πανοπλίες παλιάς εποχής και κάπως παγώνω...  Γιατί μου θυμίζει την πανοπλία που είδα στον εφιάλτη μου –σταματάω να περπατάω και σκέφτομαι τι ακριβώς γίνεται, το μυαλό μου παίζει περίεργα παιχνίδια. Ο Ερρίκος αντιλαμβάνεται ότι δεν κινούμαι κοντά του και γυρνάει το βλέμμα του ψάχνοντας με.

«Βικτώρια νιώθεις καλά; Τι σου συμβαίνει κορίτσι μου;»

«Απλά είδα κάποιες κοπέλες να μετακινούν μεσαιωνικές στολές Ιπποτών.» 

«Α τώρα κατάλαβα... Παραξενεύτηκες και είναι λογικό νομίζω. Εμείς κάθε χρόνο το ‘χουμε έθιμο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς να διοργανώνουμε ένα μασκέ πάρτι για αυτό είδες και τις στολές.» Μου εξήγησε ο Ερρίκος καθώς μπαίνουμε στο υπνοδωμάτιο μας.

Μετά το μεσημεριανό γεύμα, ο αγαπημένος μου προτείνει να πάμε στην πόλη της Ρόδου να με ξεναγήσει και εγώ δέχομαι με μεγάλη χαρά. Όλα μοιάζουν ότι είναι βγαλμένα από παραμύθι... Τελικά η απόφασή μου να ακολουθήσω τον Ερρίκο έπρεπε να το σκεφτώ πιο συνετά παρόλο αυτά είμαι  πολύ ερωτευμένη,  και περνάω όμορφα μαζί του, είναι αστείος και αρκετά έξυπνος... Αρχίζει να μου λέει – ότι  έχουν οικογενειακές επιχειρήσεις στη Ρόδο: είναι μία αλυσίδα από εστιατόρια – μπαρ  που έχει δημιουργήσει ο πατέρας του και τώρα με τη σειρά του θα πρέπει να τα διευθύνει ο ίδιος –όταν φτάσουμε στην πόλη, μου λέει ότι θα  λείπει αρκετές ώρες από το απόγευμα μέχρι και καμιά φορά μετά τις 1:00 το βράδυ. Αφού περιπλανηθήκαμε στην πόλη της Ρόδου, ήπιαμε καφέ σε ένα πολύ συμπαθητικό μέρος... Μου πρότεινε να πάμε να δούμε το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου...  Αρχίζει να μου αναφέρει ότι χτίστηκε τον 7ο αιώνα χτίστηκε την εποχή του Βυζαντίου από ιππότες είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς όπως με ενημέρωσε όπως οδηγούσε για τον προορισμό μας. Εγώ τον ακούω με μεγάλη προσοχή... Το κάστρο με αφήνει άφωνη, το χέρι του Ερρίκου με κρατεί τρυφερά ενώ  παρατηρώ εσωτερικά το κτίσμα. Εκείνος έχει κλειδί για να μπούμε, όπως μου λέει συνήθως δεν μπορείς να μπεις. Μου κάνει εντύπωση που έχει τα κλειδιά του μνημείου αλλά δεν το σχολιάζω… Καθώς περπατάμε, αισθάνομαι μπαίνω σε μία γραφομηχανή ότι  είμαι σε άλλη εποχή, κοιτάω δεξιά ή αριστερά την κάθε παραμικρή λεπτομέρεια το δάπεδο κάτω έχει μικρές τετράγωνες πλάκες και γύρω-γύρω βλέπεις μικρές καμάρες που μπορείς να μπεις και να ανακαλύψεις και άλλους χώρους. Αυτό το μέρος με μαγεύει.  Ζω ένα όνειρο…

*

Όμως η ρουτίνα της καθημερινότητα της αλλάζει κάποια πράγματα, εγώ βαριέμαι γιατί ο αγαπημένος μου δουλεύει πάρα πολύ, και εγώ αναγκάζομαι να μένω μόνη μου πολλές ώρες και αρχίζω  να περιπλανιέμαι στο νησί.  Είμαι ήδη εδώ τρεις μήνες εδώ, οι γονείς του πολύ καλοί αλλά κάπως παράξενοι. –Στο σπίτι έχουν πολλά πορτρέτα από τους προγόνους τους, όμως δεν τους αρέσουν να λένε ιστορίες για κείνους. Στη πόλη του νησιού είναι ιδιαίτερα αγαπητοί, γιατί κάνουν εράνους και βοηθούν. –Έχω γνωρίσει την Ντόρα που έχει το τοπικό ζαχαροπλαστείο, που πηγαίνω με το ποδήλατο και την επισκέπτομαι σχεδόν κάθε μέρα και περνάει οι ώρες μου υπέροχα, νομίζω ότι βρήκα μια φίλη. Τα βράδια λοιπόν είμαι μόνη μου, και αποφασίζω να περιπλανιέμαι κοντά στο κάστρο, έχει γίνει η αγαπημένη μου συνήθεια μόνο που… τις περισσότερες φορές έχω την εντύπωση ότι τον βλέπω αλλά έχει άλλα ρούχα και υπάρχει μια άγνωστη γυναίκα δίπλα του… Νομίζω ότι τρελαίνομαι «Τι παιχνίδι παίζει;» σκέφτομαι. Περπατώ μέσα στο κάστρο και τον παρατηρώ να την πνίγει… αρχίζω να ουρλιάζω και εξαφανίστηκαν και ξύπνησε από ένα εφιάλτη. Τα λέω όλα στον Ερρίκο και μου απαγορεύει να ξανά πάω γιατί επηρεάζομαι και θα πάνε πάλι μαζί για να δει ότι όλα αυτά είναι παραισθήσεις, αλλά όταν εκείνος λείπει η μόνη λύση είναι να σταματήσω αυτές  τις περιπλανήσεις.

Εγώ  όμως συνεχίζω  να πηγαίνω στο παλάτι βρίσκω κάποιο ανοιχτό σημείο  και να περπατάω στα σκοτεινά μονοπάτια και ξαφνικά αρχίζω να ακούω πάλι τις ίδιες φωνές να μου λένε: «Φύγε από δω  και να μην ξαναρθείς! Φύγε από το νησί.» Ξαφνικά μέσα από τους  τοίχους αρχίζω να βλέπω φιγούρες, γυναίκες να φοράνε μεσαιωνικά ρούχα και ένας άντρας ψηλός, νέος να τις σκοτώνει και να τις μεταφέρει εδώ και να τις στραγγαλίζει... Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό του αλλά η φιγούρα του είναι γνωστή. Τα ουρλιαχτά τους με ταράζουν και τα αίματα που με περιβάλλουν στα πατώματα… έχω αρχίσει να πιστεύω ότι βλέπω  εικόνες μιας άλλης εποχής λόγω των ρούχων. «Ίσως για αυτό οι γονείς τους να μην θέλουν να μιλούν για το παρελθόν τους; Μπορείς κάποιος από αυτούς να είναι δολοφόνος;» αναρωτιέμαι! Στην επόμενη περιπλάνηση στο κάστρο, ένα από τα φαντάσματα μου λέει κάτι αλλά δεν καταλαβαίνω. Με πιάνει πανικός και ξεκινάω να τρέχω προς στη πόλη χωρίς να με νοιάζει ο προορισμός. Όταν φτάνω στη πόλη όπως περπατώ και μέσα στη ζαλάδα του φόβου πέφτω πάνω σε μια γυναίκα και σου ψιθυρίζει: «Είσαι η επόμενη…»

5.10.23

ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ 5: ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (ΜΕΡΟΣ Α)


 


Είναι η πρώτη μου φορά που επισκέπτομαι την Ρόδο, λόγω του Ερρίκου…  –γνωριστήκανε πριν δυο χρόνια στην δουλειά μου, είμαι ξεναγός στην Πινακοθήκη. Έχω σπουδάσει ιστορία τέχνης και αγαπώ υπερβολικά αυτό που κάνω. – Όταν τον πρωτοαντίκρισα με μάγεψε, το χαμόγελο του και οι τρόποι του που μοιάζουν σε ιππότη του Μεσαίωνα, είναι τα πρώτα σημάδια που κάνουν έναν άνδρα γοητευτικό στα δικά μου μάτια· Μετά την ξενάγηση μου με περίμενε στην έξοδο με ένα τριαντάφυλλο και να με συνοδεύει μέχρι το σπίτι και αρχίζουμε να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων.  Οι επόμενες μέρες ήταν πολύ ζεστές και ιδιαίτερες, μετά από το ωράριο της δουλειάς μου, ο Ερρίκος περνούσε χρόνο μαζί μου και αυτό το λάτρευα. Μερικές φορές πιστεύω ότι διαβάζει το μυαλό μου, κάνει όλες επιθυμίες πραγματοποιήσιμες… Ένα βράδυ μου προτείνει να πάμε για φαγητό και εγώ δέχομαι, μου εξηγεί θέλω να μιλήσουμε για κάτι σοβαρό. Η βραδιά μας κυλάει ήρεμα και κάποια στιγμή, το βάζει μέσα από το σακάκια ένα κουτί, εγώ για λίγα δευτερόλεπτα σαστίζω, το ανοίγει και μέσα υπήρχε ένα υπέροχο μονόπετρο.  Μου έκανε πρόταση γάμου και με άφησε να το σκεφτώ.

Μετά από ένα τρυφερό βράδυ στην αγκαλιά του, το επόμενο πρωί του ανακοινώνω ότι θα τον ακολουθήσω στο νησί. Η χαρά στο πρόσωπό του φαινόταν μεγάλη όπως και ο ενθουσιασμός του. Παρόλο αυτά ο αποχωρισμός από την δουλειά μου ήτανε δύσκολος! Έχω άγχος φυσικά για τους γονείς του, ελπίζω να με συμπαθήσουν... με διαβεβαίωσε ότι ο γάμος δεν θα γίνει αμέσως για να έχω το χρόνο να εγκλιματιστώ με το περιβάλλον και το νησί εγώ για να σταθώ οικεία γιατί από δω και πέρα θα είναι και η δική μου πατρίδα.  Έχω κατέβει από το αεροσκάφος και κινούμαι για να πάρω τις βαλίτσες μου και να τον συναντήσω… Όπως φτάνω προς την έξοδο βλέπω τον Ερρίκο να μου χαμογελάει και τρέχω κοντά του αφήνοντας εκτεθειμένες στις αποσκευές μου λίγο πιο μακριά.

«Καλώς ήρθες Μωρό μου... Ελπίζω η Ρόδος να μείνει αξέχαστη.» ανταποκρίθηκε και με φιλάει τρυφερά.

«Καλώς σε βρήκα αγάπη μου!» Πήραμε τις βαλίτσες και κατευθυνθήκαμε στο τσιπ παρκαρισμένο έξω από το αεροδρόμιο.

Η διαδρομή προς το πατρικό του είναι αρκετή κοιτάω τις ομορφιές της πόλης… Με το που φτάνουμε κοντά με το αυτοκίνητο ή μεταλλική πόρτα του σπιτιού ανοίγει ηλεκτρονικά πατώντας το κουμπί ο Ερρίκος και αντικρίζω μία μεγάλη αυλή, με πολλά αγάλματα μεσαιωνικής εποχής αλλά και ένα μεγάλο σιντριβάνι στο κέντρο του και φυσικά το σπίτι που είναι σαν παλάτι παλιάς περιόδου και αυτό... Όπως αυτά που βλέπουμε στα παραμύθια όταν ήμασταν μικροί. Εκείνος μου κρατάει το χέρι θα μου δώσει κουράγιο για την πρώτη συνάντηση που θα έχουμε τους γονείς του. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και κατευθυνόμαστε χέρι– χέρι  προς το εσωτερικό του οικήματος. Αγχώνομαι κάπως γιατί αντιλαμβάνομαι ότι ο μέλλοντας σύζυγός μου –είναι πλούσιος και από καλή και αξιοσέβαστη οικογένεια –νιώθω  σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ευτυχώς που δεν ντύθηκα απλά… Ξαφνικά ακούω τακούνια και ομιλίες γυρνάω το βλέμμα μου αριστερά. Βλέπω λοιπόν ένα υπέροχο ζευγάρι γύρω στα πενήντα, αρκετά καλοντυμένους και ευδιάθετους να κατεβαίνουν ταυτόχρονα τα σκαλιά πιασμένοι αγκαζέ.

«Καλώς ήρθατε ωραιότατη μου δεσποινίς!» Αναφωνεί ο πατέρας του Ερρίκου. Εγώ απλά του χαμογελάω δείχνοντας του ότι δέχομαι με ευχαρίστηση την προσφώνησή του.

Εκεί λοιπόν που τελειώνει η μεγαλοπρεπής σκάλα τους, η οικοδέσποινα του σπιτιού στέκεται μπροστά μου και μου λέει:

«Ο γιος μου, μου έχει πει τα καλύτερα για σένα... Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω και ελπίζω με τον καιρό να νιώσεις άνετα, θα γνωριστούμε καλύτερα πλέον θα είμαστε μία οικογένεια.»

«Και εγώ χαίρομαι που σας γνωρίζω, και σας ευχαριστώ πολύ ακόμα δεχτήκατε στο σπίτι σας.» λέω εγώ.

«Μα τι χαζομάρες είναι αυτές αγάπη μου Από δω και πέρα αυτό το σπίτι είναι και δικό σου, αφού θα παντρευτούμε! Το ξέχασες;»

«Έτσι είναι κορίτσι μου!» απαντάει η μητέρα του και με πιάνει τρυφερά το χέρι.

«Αφήστε τώρα όλα αυτά, συνόδεψε το κορίτσι σου Ερρίκο στο δωμάτιό σας και κατά τις 2:00 το μεσημέρι κατεβείτε στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό γεύμα.» λέει ο πατέρας του.

Αφού ανεβαίνουμε στο δωμάτιο αισθάνομαι λίγο κουρασμένη και γέρνω λίγο στο κεφαλάρι της κρεβατοκάμαρας, ο Ερρίκος αντιλαμβάνεται ότι με πήρε ο ύπνος και με αφήνει να ηρεμήσω, όλα κυλούσαν μια χαρά ήμουν στην αγκαλιά του Μορφέα μέχρι που… ξαφνικά αρχίζω να βλέπω να περπατάω σε μια ερημιά και να ακούω γυναίκειες φωνές να ουρλιάζουν,  και παθαίνω πανικό! Ο Ερρίκος δεν είναι δίπλα μου, τον φωνάζω αλλά δεν μου απαντάει. Συνεχίζω να περπατάω μέσα στην ομίχλη μέχρι που βλέπω ένα κάστρο και αντικρίζω τον αγαπημένο μου ντυμένο με μεσαιωνικά ρούχα να φιλάει και εγώ κοκαλώνω γιατί διαπιστώνω ότι στο ένα χέρι του κρατάει ένα μαχαίρι και τσιρίζω: «Όχι!»


29.9.23

ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ 4: ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΚΟΥΚΛΟΣΠΙΤΟ


 

Ήταν αρχές του Οκτώβρη, όταν η Μάγδα πήρε ένα πολύ όμορφο δώρο από την νονά της επειδή σε λίγες μέρες ήταν γενέθλια της… Η Μάγδα ήταν πολύ χαρούμενη μ’ αυτή την έκπληξη. Η μικρούλα ξετύλιξε και είδε ένα καταπληκτικό ροζ κουκλόσπιτο και το κοριτσάκι και πριν καν μιλήσει ακούστηκε ένα κεραυνός που φόβισε όλοι.  

«Νονά μου, είναι πολύ όμορφο, σε ευχαριστώ πολύ! Θα το πάρω μαζί μου στο δωμάτιο!» είπε και έφυγε στα μέσα δωμάτια.

Σε λίγη ώρα ξέσπασε μια μεγάλη νεροποντή όταν ξεκίνησε το κοριτσάκι να παίζει με το δώρο της.  Όταν άρχισε να κουνάει την κούκλα που είχε μέσα στο σπιτάκι, εμφανίστηκε μια λάμψη πάνω από το παιχνίδι και η μικρή Μάγδα μαγεύτηκε, έπειτα από ένα δευτερόλεπτο δια μαγείας το κουκλόσπιτο  την τράβηξε μέσα το κοριτσάκι και μόνο που  πρόλαβε να ακουστεί είναι: «Βοήθεια!» Δευτερόλεπτα η Μάγδα πέρασε ένα μεγάλο λαβύρινθο από χρώματα και λάμψη μέχρι που βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο μέρος. Κοιτούσε γύρω της και άρχισε να φωνάζει…

«Μαμά, νονά, βοήθεια…» και ύστερα έβαλε τα κλάματα γιατί είδε ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση.

Περπατούσε σαν χαμένη σε ένα μέρος που κάτι της θύμιζε αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει, κάτι που ίσως το είχε δει κάπου αλλά δεν θυμόταν από που. Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της μια όμορφη κοπέλα που έμοιαζε σαν την «Χιονάτη», η μικρή Μάγδα δεν πίστευε στα μάτια της…

«Είσαι η Χιονάτη;» ρώτησε με θαυμασμό, η μικρή.

Εκείνη γέλασε δυνατά… το κοριτσάκι έκανε πίσω κάποια βήματα γιατί ο ήχος του χαμόγελου της την τρόμαξε πάρα πολύ, ήταν πανέμορφη αλλά δεν ήταν γλυκιά όπως το παραμύθι. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, όχι κοντά αλλά μακριά και φορούσε το ίδιο φόρεμα όπως είχε δει στο εικονογραφημένο παραμύθι που είχε στο σπίτι και κρατούσε στο χέρι της ένα φαγωμένο μήλο. Η Μάγδα την κοιτούσε με μεγάλη προσοχή και δεν μιλούσε.

«Τι κοιτάς μικρή;» της είπε με στόμφο.

«Δεν μοιάζεις με την Χιονάτη, που ξέρω…» είπε διστακτικά το κοριτσάκι.

«Τα φαινόμενα απατούν, μην πιστεύεις ότι σου λένε!»

«Θέλω να πάω σπίτι μου, φοβάμαι εδώ.» απάντησε της Χιονάτης, ενώ περπατούσανε.

«Θα γυρίσεις όταν πρέπει!» της είπε σοβαρά.

«Θέλω τώρα!» είπε το κοριτσάκι, φωναχτά.

«Μην κάνεις σαν μωρό και περπάτα δεν θα πάρει η νύχτα…»

Μετά από κάμποση ώρα, αφού διέσχισαν το δάσος φτάσανε σ’ ένα σπίτι που ήταν σαν των εφτά νάνων και η Μάγδα αναθάρρησε κάπως, όταν μπήκε μέσα διαπίστωσε κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει με το παιδικό της μυαλό, δεν υπήρχαν μικροσκοπικά ανθρωπάκια αλλά εφτά άνδρες οι όποιοι έκαναν δουλειές.

«Που είναι οι νάνοι Χιονάτη;»

«Να τοι! Είναι πιο μοντέρνοι αυτοί.»

«Γιατί είμαι εδώ;»

«Μπήκες στο παράλληλο σύμπαν μας!

«Πως;»

«Από το μαγικό κουτί…»

«Εννοείς το κουκλόσπιτο;»

«Ναι.»

Εξήγησε λοιπόν στη Μάγδα ότι κούνησε την κούκλα και μεταφέρθηκε εδώ, και αν θέλει να γυρίσει πίσω έπρεπε να περάσει από δυο δοκιμασίες και αν τα καταφέρει θα επιστρέψει αυτόματα πίσω! Οι δοκιμασίες θα είναι: να ανακαλύψει μέσα στο δάσος τα κομμάτια του μήλου, που έτρωγε η Χιονάτη και να τα βάλει σε ένα καλαθάκι που θα της δώσει η Χιονάτη και το δεύτερο να βρει την χτένα που φόρεσε…  Στην αναζήτηση αυτή μαζί με την μικρή Μάγδα θα είναι και ένας άνδρας από τους εφτά που βρισκόντουσαν εκεί.  Όλη μέρα έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, είχε απελπιστεί, ώσπου πριν σουρουπώσει ένα σκιουράκι της έδωσε ένα κομμάτι από το μήλο που έψαχνε… Όμως είχε νυχτώσει και γύρισαν αναγκαστικά πίσω. Τότε είδε την κακιά μητριά να μαγειρεύει σούπα, και κόπιασε.  Μετά από πολλή πίεση τελικά έφαγε από την σούπα που είχε ετοιμάσει και αποκοιμήθηκε για δυο ολόκληρες μέρες. Όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμη εκεί και  άρχισε να ψάχνει μανιωδώς τα υπόλοιπα κομμάτια και  μετά από πολύ κόπο ευτυχώς τα εντόπισε, όμως πριν πάει πάλι πίσω ένα γατάκι που ήταν δίπλα της, της μίλησε:

«Μην γυρίσεις πίσω, ένωσε τα κομμάτια και έπειτα ακούμπα επάνω την χτένα, για να γυρίσεις πίσω αλλιώς θα μείνεις εδώ και θα σε μαγέψουν όπως και τους εφτά άνδρες.»

«Τι λες;»

«Εγκλωβίζουν ανθρώπους μέσω του παιχνιδιού, τους μαγεύουν και μένουν για πάντα εδώ… Κοίτα να σωθείς!»

«Σ’ ευχαριστώ γατάκι…»

Όλη την υπόλοιπη μέρα έψαχνε την μαγική χτένα και την ανακάλυψε μέσα σε κάτι θάμνους… Αφού τα συνομολόγησε, έβαλε την χτένα επάνω και είδε να βγαίνει μια λάμψη και μέσω του λαβυρίνθου επανήλθε πίσω στο δωμάτιο της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και για μέρες ψηνόταν στο πυρετό, εκείνες τις μέρες έβρεχε και έριχνε κεραυνούς και το κουκλόσπιτο όλο έλαμπε και η μικρή φοβόταν, όταν θα γινόταν καλά θα το κατέστρεφε… όλοι της έλεγαν ότι είχε παραισθήσεις και παραμιλούσε και έλεγε ασυναρτησίες, κανείς δεν την πίστευε!

20.8.23

3Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

 


Ήμουν ζαλισμένη από το ποτό που είχα καταναλώσει με τα κορίτσια και γυρνούσα από το μπαρ με την μηχανή χωρίς να τρέχω, είχε λίγη ψύχρα, το ένιωθα παρόλο που φορούσε το jacket μου, ευτυχώς δεν είχε πολλή κίνηση στη παραλιακή⸱ ξαφνικά όπως κύλησαν οι ρόδες της μηχανής στην άσφαλτο αντιλήφθηκα κάτι να είναι ξαπλωμένο δρόμο και ελάττωσα ταχύτητα και σταμάτησα ήρεμα στο δίκυκλο. Με γρήγορες κινήσεις κατέβηκα από τη μηχανή και πλησίασα τον άνθρωπο που ήταν πεσμένος κάτω, πήγα κοντά του και του είπα:

«Είστε καλά; Με ακούτε;» του είπα. Δεν ανταποκρίθηκε και αμέσως σκέφτηκα να καλέσω ασθενοφόρο όταν μου ακούμπησε το χέρι.

«Δεν θέλω να πάω πουθενά, είμαι καλά. Βοήθησε με να σηκωθώ μόνο!» μου απάντησε.

«Πως βρεθήκατε εδώ;»

«Δεν ξέρω πως ήρθα εδώ. Ψάχνω την γυναίκα μου!»

«Την χάσατε; Με ποιο τρόπο;»

Δεν μου απάντησε, έχασε πάλι τις αισθήσεις του και έπαθα πανικό… του έβαλα λίγη κολόνια στα ρουθούνια και έπειτα τον βοήθησα να ακουμπήσει με μια κολόνα και προσπάθησα να πάω στη μηχανή και πάλι με κράτησε, το βλέμμα του έμοιαζε σαν την ακροθαλασσιά του νησιού μου και αιχμαλωτίσθηκα. Πέρασε αρκετή ώρα που μείναμε ακίνητοι και καθισμένοι δίπλα – δίπλα στην άσφαλτο της παραλιακής. Αυτή η σιωπή με είχε τρομάξει αρκετά και η ώρα είχε πάει τεσσεράμισι το πρωί. Εκείνος ήταν αμίλητος και εγώ είμαι πολύ κουρασμένη και ήθελα να πάω σπίτι μου από την άλλη δεν ένιωθα να τον αφήσω μόνο του. Έτσι αποφασίζω μετά από πολλή σκέψη να τον φιλοξενήσω σε μένα και αύριο θα βρίσκαμε μια λύση! Ανεβήκαμε στο δίκυκλο μου και ξεκινήσαμε για το προορισμό μας.

Περπατούσε και με ακολουθούσε, αφού ξεκλείδωσα και μπήκαμε σπίτι μου άρχισε να επεξεργάζεται τον χώρο, τον κοίταξα και τον ρώτησα: «Θες μια κούπα πράσινο τσάι;» μου έγνεψε θετικά και πήγα στη κουζίνα για να το ετοιμάσω. Όσο περίμενα να ζεσταθεί, τον παρατηρούσα να επεξεργάζεται τα πάντα και άρχισε να μετακινεί τα αντικείμενα του σπιτιού μου χωρίς να κάνει τίποτα, παρά μόνο κουνούσε το χέρι του περίεργα, εγώ τρομάζω και μου πέφτει η κούπα και γίνεται θρύψαλα στο πάτωμα. Αρχίζω να ουρλιάζω και ο άγνωστος άνδρας με διαπεραστικό βλέμμα με πλησίασε και εκείνη την στιγμή ξεκινώ να κάνω βήματα προς τα πίσω.

«Μην με πλησιάσεις. Έκανα μεγάλο λάθος που σε έφερα σπίτι μου.»

«Δεν θα σου κάνω κακό…»

«Μην  κάνεις βήμα σου λέω…»

«Έλα να καθίσουμε να σου πω την ιστορία μου…»

Κούνησε κάπως τα χέρια του και σε δευτερόλεπτα έσβησαν όλα. Δεν ξέρω τι συνέβη αλλά όταν ανοίγω τα μάτια μου είμαι σε ένα δωμάτιο με σπαθιά, πανοπλίες και παντού μαύρες κουρτίνες. Γυρνάω παντού το βλέμμα και δεν υπήρχε τίποτα, κανείς. Το μόνο που αντιλήφθηκα ήταν τα κρύσταλλα που ήταν κρεμασμένα⸱ είμαι πολύ φοβισμένη με όλο αυτό το γεγονός. Τότε εμφανίστηκε ένας άνδρας, με ατσαλένια πανοπλία να με βλέπει και σιγά – σιγά να με πλησιάζει. Με τραβάει με βία από το δωμάτιο και ουρλιάζω όσο με μεταφέρει σε μια πανέμορφη κρεβατοκάμαρα. Το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε μια προσωπογραφία μιας γυναίκας που μου μοιάζει… «Πως γίνεται να υπάρχει μια γυναίκα να μου μοιάζει φτυστά με εμένα;» Ξαφνικά εμφανίζεται ο άγνωστος άνδρας ντυμένος επίσημα μπροστά μου αμίλητος.

«Που βρίσκομαι;»

«Στο βασίλειο μου στη Σκωτία στο 5ο αιώνα… επιτέλους σε ξανά βρήκα και  δεν θα σε χάσω. »

«Τι λες; Είσαι τρελός;»

«Είσαι η γυναίκα μου και θα μείνεις μαζί μου…» άρχισαν να κουνιούνται τα κρύσταλλα.

 

2Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ - Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

 



Τα ουρλιαχτά της Ελισάβετ έχουν χαθεί από τα αυτιά μου, όση ώρα παλεύω με τον πατέρα μου και μια δύναμη∙ πιθανότατα να είναι ο αδερφός της που βοήθησε να εξαφανιστούμε από κοντά της μαζί με την προσευχή που έλεγε από μέσα της, όπως την είχα συμβουλέψει πριν μέρες μας μετέφεραν στο κάτω Κόσμο, εν τω μεταξύ οι γροθιές του αλλά και η λύσσα που με χτυπούσε δεν είχε προηγούμενο… τα κόκκινα μάτια του πετούν σπίθες φωτιάς, ενώ οι φωνές νεκρών ανθρώπων ζητούν βοήθεια μέσα από τα καζάνια, ο πατέρας μου με ρίχνει με δύναμη κάτω και έτσι αποφασίζω να περάσω στην αντεπίθεση αμέσως. Αρχίζω να ουρλιάζω και σταματούν να δυναμώνουν οι φωτιές που μέσα από εκεί κοχλάζουν οι ψυχές, τρέχω πάνω του με φόρα και τον χτυπάω με τέτοια τρέλα λες και θέλω να τον σκοτώσω. Το ανθρωπόμορφο του σώμα φέρνει αντίσταση και τα χέρια του στάζουν αίμα καθώς παλεύουμε, αλλά δεν σταματώ να μάχομαι, μέχρι που νιώθω ένα χέρι να με τραβάει μακριά του∙ ήταν ένας από φρουρούς τους που επεμβαίνει για να λήξει ο τσακωμός μας… όμως εγώ συνεχίζω να χτυπιέμαι όπως με κρατάει και άλλοι τρεις μπαίνουν μπροστά μου για να τον προστατέψουν. Τότε ο πατέρας μου ανασυγκροτείται, επιστέφει πρωταρχική του μορφή και διατάζει δυνατά:

«Κλείστε τον στο μπουντρούμι!» ουρλιάζει και τα μάτια του πετούν φλόγες…

Γυρνάει στην πρωταρχική μορφή του και με πλησιάζει αρκετά, ακουμπά το μέτωπο μου με τα δάκτυλα του και μετά καθρεπτίζεται στο τοίχο. Ξαφνικά, αντικρίζω την εμφάνιση μου και παγώνω στην εικόνα μου. Ένα ρυτιδιασμένο με κόκκινα μάτια και οι φλέβες να πετούν μέσα από το πρόσωπό μου, είμαι προσωποποιημένος ο εφιάλτης, σιχαίνομαι τον εαυτό μου. «Έτσι είμαι!» φωνάζω!

«Αυτή θα είμαι η τιμωρία σου! Το αρχικό στάδιο βέβαια γιατί μετά θα πας στο μπουντρούμι θα γίνει ο «τάφος» σου για να συνειδητοποιήσεις με ποιον τα έβαλες!

«Αφήστε με!» φωνάζω τους φρουρούς, καθώς με οδηγούν στη σήραγγα. Όλα είναι σκοτεινά εκεί μέσα, δεν υπάρχει ίχνος ζωής, παρά μόνο πέτρες πεταμένες εδώ και εκεί… ταραντούλες μικρές και μεγάλες που έχουν κάνει ιστούς και όπως προχωράμε πιο βαθιά ακούμε ουρλιαχτά χωρίς να καταλαβαίνουμε από πού έρχονται· όσο περπατάμε ο ήχος γίνεται πιο δυνατός και είναι αρκετά εκνευριστικός δεν το αντέχουν τα αυτιά μου, και μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Όσο θυμάμαι τα λόγια αλλά και η απόφασή του πατέρα με γεμίζουν περισσότερο θυμό και τώρα θα επιθυμώ πραγματικά να του προκαλέσω το μεγαλύτερο κακό που θα μπορώ αν δεν με κρατούσαν.

***


Καθώς περπατούσαμε για το μπουντρούμι, αναπολούσα την πρώτη φορά που σκότωσα για «εκείνον». Ο φόνος ενός ανθρώπου που ούτε καν ήξερα το όνομά του και το έκανα για να το αποδείξω την αγάπη μου! Δεν θυμάμαι που βρήκα την δύναμη, αλλά τα κατάφερα. Ήταν αρχές άνοιξης, καθώς περπατούσε ένας αμέριμνος βοσκός στα βουνά ενός χωριού στη Σκωτία, ήταν το Χαίλαντς, καταπράσινα λιβάδια, πολλές αγελάδες και πρόβατα… γκρεμοί που σου κόβεται η ανάσα και πιστεύεις είναι η κατάρα αν πέσεις από κει! Η ομορφιά εκείνου του μέρους είναι μοναδική και άγρια, βαλτότοποι που σε κάνουν να φτάσεις εκεί για το χαζέψεις παρόλο η ταλαιπωρία που μπορεί να έχεις υποστεί στη διαδρομή. Εκείνος με είχε πάει αρκετές φορές σ’ εκείνο το μέρος για να εγκλιματιστώ πρώτα, σαν να είμαι νεοσύλλεκτος φαντάρος και έπρεπε να με εκπαιδέψει να γίνω ένας μαχητής δολοφόνος δίχως έλεος.

Είχε ήλιο εκείνη την ημέρα που αποφάσισα να διαπράξω το φόνο, τον ακολουθούσα όπως κάθε μέρα για να μάθω τι κάθε του κίνηση πριν κάνω το οτιδήποτε. Τα ζώα του ήταν μπροστά και εκείνος πίσω τους πίστα για μιάμιση ώρα, ο ουρανός το πήγαινε για βροχή, παρόλο που ήταν Μάρτιος αν θυμάμαι καλά… Λίγο πιο μετά τα πρόβατα σταμάτησαν και κάθισαν λίγο κοντά σε μια λίμνη που είχε· ξάφνου σηκώθηκε ένας δυνατός άνεμος που κουνούσε άγρια τα κλαδιά των δέντρων και ανασήκωσε λίγο χώμα από το έδαφος. Άρχισα να τρέχω με λύσσα έπεσα επάνω του και άρχισα να τον χτυπάω παντού, εκείνος ούρλιαζε αλλά δεν του άφησα πολλά περιθώρια για να αντιδράσει, τον δάγκωνα και κάποια στιγμή πέσαμε στη λίμνη, του έπιασα το λαιμό και τον έσφιγγα δυνατά μέχρι που ξεψύχησε στα χέρια μου και άφησε τον λάρυγγα του. Τα μάτια είχαν μείνει παγωμένα την ώρα που του είχα πάρει την ζωή, τρομακτικό… το νεκρό κορμί το έπαιρνε το ρεύμα της λίμνης και εκείνη την στιγμή είδα κάτι εξωπραγματικό, είδα το πρόσωπο να καθρεπτίζεται στο νερό και άρχισα να φωνάζω φοβισμένος! Το δέρμα μου είχε ρυτιδιάσει, τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα, είχα μείνει κόκκαλο και δεν κουνιόμουν καθόλου. Η λίμνη πήρε το χρώμα των χεριών και των ματιών μου και ξαφνικά εμφανίστηκε εκείνος.

«Θα γίνει αντάξιος συνεχιστής μου, είμαι σίγουρος!» είπε με υπερηφάνεια

«Σκότωσα άνθρωπο…» απάντησα σαστισμένος κοιτώντας μια την λίμνη και μια τα χέρια μου.

«Είδες που τα κατάφερες, μπράβο Jack!»



1Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ: Ο ΚΥΚΛΟΣ

 


 

Άρχοντες και ποπολάροι διακρίνονταν ακόμα περισσότερο στους χορούς. Μόνο που εκείνη  η μάζωξη είχε κάτι αφύσικο… Οι ηθικοί φραγμοί χαλάρωναν, ακουγόταν γέλια! Στην είσοδο υπήρχε ένα χρυσό βιβλίο που σημείωναν τα ονοματεπώνυμα των καλεσμένων. Ευγενείς με τα ντόμινο και τις μάσκες εισχωρούσαν στην αίθουσα του γκαλά. Όμως στον αέρα υπήρχε κάτι παράξενο, σ’ αυτή την γιορτή… Κανείς δεν ήξερε τι ήταν αλλά όλοι χόρευαν ξέφρενα! Μια όμορφη γυναίκα περίμενε τον αγαπημένο της, Βικτώρια, η πριγκίπισσα του σκότους… Μια γοητευτική ύπαρξη! Ο Αντώνιος ήταν κρυμμένος πίσω από τη μάσκα. Της  άπλωσε το χέρι και ανέβηκαν στην μεγάλη αίθουσα της εκδήλωσης,  την τράβηξε επάνω του και άρχισαν να χορεύουν σαν αέρας ανάμεσα στα φύλλα. Έμεινε έκπληκτη από  αυτή του την ενέργεια. Όσοι ήταν μέσα στην εκδήλωση παρακολουθούσαν ενθουσιασμένοι το ζευγάρι να στροβιλίζεται σ’ ολόκληρο το χώρο. Πίσω από τα ντόμινο ένιωθαν ελεύθεροι, λαμποκοπούσαν από πόθο και επιθυμία. Η δύναμη που υπήρχε μεταξύ του ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε να τα διαλύσει όλα. Μονομιάς εξαφανίστηκαν… Δε φαινόντουσαν επικίνδυνοι αλλά ήταν! Οι μισοί από τους παραβρισκόμενους πέταξαν αμέσως τις μάσκες… με όλη τους τη δύναμη μάγεψαν τους υπόλοιπους καλεσμένους. Πάντα θα στήριζαν την «φυλή» τους! Κανείς δεν θα θυμόταν τίποτα από εκείνη τη στιγμή…

Δε της μιλούσε καν. Άρχισαν να πετάνε, την προκαλούσε να του παραβγεί εσκεμμένα… Το πρόσωπο του ήταν πολύ εκφραστικό! Σκοτεινός συνειδητά και σαν άνδρας. Έφτασαν στο αγαπημένο τους μέρος έξω από το κάστρο του. Της παρουσίασε την πραγματική του φύση, τη τρυφερότητα και την επικινδυνότητα του. Ήταν ερωτευμένη μαζί του από τα πρώτα δευτερόλεπτα που τον κοίταξε στα μάτια. Τον ήθελε παθιασμένα και η έλξη που αισθανόταν ήταν τόση πολλή που το αίμα της  κυκλοφορούσε πολύ γρήγορα, ήταν η δημιουργός του και αυτό την έκανε να νιώθει μεγαλύτερη ικανοποίηση. Η πανσέληνος έλαμπε… Η θέα από το κάστρο του Αντώνιου ήταν εκθαμβωτική. Όλα ήταν σκοτεινά! Εικόνες μπερδεμένες, βγαλμένες από όνειρο! Τα πράσινα μάτια του έκαιγαν από πόθο καθώς την κοιτούσαν… Η Βικτώρια περπάτησε κοντά στο γκρεμό, κοιτώντας τη θέα του νησιού αφήνοντας το φόρεμα της να πέσει στο έδαφος. Έπειτα με μαλακές κινήσεις γύρισε τα μαλλιά της απ’ την άλλη πλευρά, για να μείνει γυμνό το δέρμα της. Την πέταξε με μανία και την ξάπλωσε πάνω στο φόρεμά της. Έπεσε από πάνω της. Τα δάκτυλα τράβηξαν μονομιάς το πουκάμισο του για να βγει… έκανε σαν αχόρταγο ζώο εκείνη. Είχε γυμνασμένο σώμα και με  τις απότομες του κινήσεις φαίνονταν έντονα οι μύες του. Τα σώματα τους χόρευαν ένα δικό τους ρυθμό…  Η απόλαυση των φιλιών του Αντώνιου επάνω στο σώμα της, είχε ως αποτέλεσμα να κλείνει τα βλέφαρα της. «Μην κλείνεις τα μάτια σου, θέλω να με βλέπεις!» της δήλωσε αυστηρά ο Αντώνιος. Οι νυχιές της, τον ερέθισαν τόσο επικίνδυνα… Η Βικτώρια, έβλεπε το πλάσμα που είχε δημιουργήσει από την ίδια της την ύπαρξη. «Σε θέλω» του είπε στο αυτί καθώς τον δάγκωσε. Οι κυνόδοντες του Αντώνιου έκαναν την εμφάνιση τους ,χωρίς σκέψη άρχισε να την δαγκώνει στο λαιμό και ταυτόχρονα τα πόδια της κλείδωσαν στη μέση του, φέρνοντας τον πιο κοντά της…  στο κορμί της Βικτώριας, έτρεχε το αίμα και η ίδια από την ευχαρίστηση της ξέσπασε σε βογκητά. Του τράβηξε τα μαλλιά με δύναμη και άρχισε να του ρουφάει το αίμα από τον ώμο… Ποτάμι αίματος κυλούσε πάνω τους αλλά εκείνοι δεν σταματούσαν. Ήταν τόσο σίγουρη ότι μπορούσε να τον κάνει να χάσει το μυαλό του. Γύρισε από πάνω με μια κίνηση και τον φίλησε παθιασμένα. Ο αέρας κουνούσε τα μαλλιά της, έμοιαζε σαν τη μάγισσα Κίρκη που μάγευε τα θύματά της. Η τρελή της επιθυμία, την έκανε αδυσώπητη… Άρχισε να χορεύει πάνω στο κορμί του.  Τον ανασήκωσε και έκατσαν πρόσωπο με πρόσωπο. Η σαρκική τους επαφή ήταν απόλυτη και άρχισαν να ουρλιάζουν. Αντιδρούσαν σαν σκυλιά που πεινούσαν ανελέητα. Τα σημάδια από τους κυνόδοντες τους είχαν μείνει σε διάφορα σημεία στη σάρκα τους. Πέρασε αρκετή ώρα από τότε. Ξέσπασε καταιγίδα που φόβισε την Βικτώρια. Ήξερε ότι αυτό ήταν μια προειδοποίηση της Βασίλισσας. Είχαν καθυστερήσει και δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν. Η Βικτώρια έτρεμε ολόκληρη.

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;