Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.11.24

6Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΑΜΝΗΣΙΑ


 

Ήμουν ξαπλωμένη, σε ένα κρεβάτι… όλα μου ήταν άγνωστα γύρω μου. Τίποτα δεν μου έφερνε κάποια μνήμη. Ποια ήμουν άραγε; Και  τι ήταν εδώ που βρισκόμουν; Απέναντι μου έβλεπα ένα ρολόι και ένα τραπέζι με μια καρέκλα, κοιτούσα γύρω άλλα δεν αναγνώριζα… Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα  και μπήκε μια γυναίκα στα άσπρα ντυμένη, μου χαμογέλασε και μου είπε:

«Πως είμαστε σήμερα;»

«Ποια είσαι εσύ; Που είμαι;»

«Ηρεμήστε σε παρακαλώ…»

«Θέλω να φύγω, αφήστε να φύγω… δεν θέλω να είμαι εδώ.»

Η επίσκεψη του γιατρού ώρες μετά δεν με βοήθησε να καταλάβω και πολλά από αυτά που είπε. Μου έκανε μια ηρεμιστική ένεση και χάθηκα στο λήθαργο του ύπνου

Το μόνο θετικό είναι ότι μου εξήγησε ότι έχω ένα θείο, ο οποίος θα με πάρει στο σπίτι του, γιατί δεν μπορούσαν να με κρατούσαν άλλο στο νοσοκομείο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ήρθε ένας χαμογελαστός άνδρας γύρω στα πενήντα, να με πάρει. Ήταν πολύ καλός μαζί μου, αλλά ακόμη δεν ένιωθα άνετα μαζί του. Πέρασαν μέρες για να με πείσει να πάω μαζί του, και ζήτησα να μου δείξει κάποιες φωτογραφίες ή έγραφα ότι είμαστε συγγενείς και το έκανε.  Μετά από αρκετή κουβέντα με έπεισε.

 

ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΑ ΜΕΤΑ

 Μπήκαμε στο λεωφορείο, ύστερα από δυο ώρες είχαμε φτάσει στο σπίτι του. Μας καλοδέχτηκε η γυναίκα του, μια ευγενική και καλοσυνάτη γυναίκα και με πήγε στο δωμάτιο που θα γινόταν το καταφύγιο μου. Ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, που έβλεπε σ’ ένα μικρό κήπο από την πίσω πλευρά του οικήματος.

Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα μέχρι… που ένα βράδυ στο είδα στο ύπνο μου…

 «Επικρατούσε χάος παντού και γύρω μου… Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι δεν μπορούσε να κουνηθείς… ξαφνικά έβλεπες να πετάγονται φωτιές από το πουθενά και δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, καπνοί, σώματα να σε σπρώχνουν, ουρλιαχτά να ακούγονται… η αδερφή και η μητέρα μου με κρατούσαν γερά… Αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα τις έχασα.

«Μαμά, Ανέτα που είστε;» φώναξα αλλά δεν με άκουσαν.

Μέσα στο πλήθος άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει: «Θα μας κάψουν τρέξτε…» Ο φόβος με κυρίεψε και άρχιζα να τρέχω, όπως κινιόμουν για να φτάσω στην προβλήτα του λιμανιού σκόνταψα και έπεσα… χτύπησα και έβγαλα αίμα, αλλά δεν με ένοιαζε. Συνέχιζα να τρέχω, έβηχα δυνατά, δεν μπορούσα να αναπνεύσω.  Περνώντας από ένα στενό δρομάκι, είδα μια γυναίκα αιμόφυρτη, αλλά δεν έκανα τίποτα… έτρεχα χειρότερα. Μέχρι που ένιωσα ένα πόνο στο κεφάλι και δεν θυμάμαι τίποτα. Ένα κενό…

Οι κραυγές μου δεν έβγαιναν μέχρι που ούρλιαξα:

«Βοήθεια!»

11.11.24

5Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ…


 

Οι καπνοί από το σπίτι του, έβγαιναν εκείνος ούρλιαζε αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Άρχισε  να τρέχει ξυπόλητος πώς το λιμάνι, φώναζε στους γονείς του αλλά κανείς, δεν απαντούσε στα παρακάλια του... Έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι να σωθούν από αυτήν την τρέλα που τους είχε... Ξαφνικά βλέπει ένα καράβι, και βουτάει μέσα σε αυτό! Ήταν πολύ φοβισμένος και τα μάτια του έτρεμαν από τον φόβο ότι δεν θα ξαναβλέπε ποτέ τους γονείς του ζωντανούς! Τα αυτιά του βούιζαν από τους δυνατούς κρότους και ουρλιαχτά γυναικών που φώναζαν και μωρά που έκλαιγαν ήταν ένας εφιάλτης χωρίς τελειωμό. Έκλεισε τα αυτιά του, στην προσπάθεια να μην τα ακούει αλλά δυστυχώς όλα αυτό θα τον στοίχειωνε το ήξερε... Πετάχτηκε ξαφνικά από το κρεβάτι του, λουσμένο στον ιδρώτα, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ανακάθισε στο κρεβάτι και περίμενε να συνέλθει...

Δεν το άντεχε όλο αυτό που περνούσε. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει όλο αυτό που έζησε και ότι  δεν θα ξανά έβλεπε κανέναν από αυτούς που αγαπούσε. Αυτό γινόταν τα τελευταία χρόνια από την ημέρα που ήρθε στην Ελλάδα, είχε καταφέρει να έχει μία ζωή που του διασφάλιζε φαγητό και στέγη αλλά ένας ζωντανός νεκρός από την ημέρα που έγινε ο τάφος πολλών ψυχών.

Το ρολόι έδειξε 6:30, έπρεπε να σηκωθεί να ετοιμαστεί για να πάει στη δουλειά του, το τελευταίο διάστημα υπήρχε ένα κορίτσι το οποίο του έχει αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόταν... Οι δαίμονες του όταν ήταν κοντά της, τους ξεχνούσε. Αφού ετοιμάστηκε πάρα πολύ γρήγορα πήρε το τρόλεϊ και άρχισε να κατευθύνεται προς την εργασία του, όλοι έτρεχαν βιαστικά και κανείς δεν κοιτούσε τον διπλανό του. Αυτό το είχε στοιχίσει πάρα πολύ, στην Σμύρνη τα πράγματα όταν πάρα πολύ διαφορετικά, ο ένας μιλούσε με τον άλλον υπήρχε επικοινωνία. Αλλά  εδώ όλα ήταν απόμακρα και μοναχικά, του έλειπε αυτή η ζεστασιά. Όταν μπήκε στο κτίριο που δούλευε συνάντησε το κορίτσι με το υπέροχο χαμόγελο, που του μαλάκωνε την ψυχή, πού ήταν όλο τραύματα.

«Καλημέρα Σταμάτη, τι κάνεις; Πώς είσαι σήμερα;»

«Καλημέρα, γλυκιά μου.. Καλά μωρέ. Εδώ όπως τα ξέρεις.»

Φαίνεσαι λίγο κομμένος, δεν κοιμήθηκες αρκετά;»

«Δυστυχώς όχι. Αλλά θα τα καταφέρω σήμερα.» της είπε και της έκλεισε το μάτι.

Του χαμογέλασε, και έτσι ξεκίνησε μια ακόμη εφιαλτική μέρα στη δουλειά. Το μεσημέρι στην επιστροφή, παρατηρούσε τα μικρά μαγαζιά πώς που στόλιζαν την Αθήνα, ακόμα δεν είχε συνηθίσει αυτή τη βαβούρα που υπήρχε στην πόλη, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να ζήσει. Ξαφνικά, έπεσε πάνω στην Κατερίνα που κρατούσε κάτι μικρά πακέτα  και του χαμογέλασε τότε εκείνος της λέει:

«Θες να πάμε μια βόλτα και να φάμε ένα γλυκό;»

Όταν την έβλεπε ο εφιάλτης εξαφανίζονταν.


6.11.24

4Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ.


 

Είχε γλυκό χαράξει... ο ήλιος φώτιζε τα πάντα γύρω του, η μικρή γειτονιά στο Μοναστηράκι ήταν βουβή. Το μόνο ακουγόντουσαν είναι κάτι πουλιά που τιτίβιζαν πάνω στα κλαδιά κάποιων λεμονιών, και όλη αυτή η ησυχία διακόπτονταν από τη φωνή του γαλατά που αφήνει έξω από το σπίτια την πραμάτεια του. Ο πόλεμος τους είχε στερήσει ότι πιο πολύτιμο είχαν… τους γονείς τους είχαν πεθάνει από πείνα. Τα δυο αγόρια ήταν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, παρόλο αυτά ο ένας προσπαθούσε πολύ να υπάρχει ισορροπία στην καθημερινότητα τους.

Ο Στέλιος είχε ξυπνήσει από νωρίς για να πάει στην οικοδομή, ήταν ο μεγαλύτερος ο γιος της οικογένειας – πλέον ήταν ο υπεύθυνος αυτό το σπιτιού αφού Από την άλλη, ο μικρότερος γιος που εκείνη τη στιγμή κοιμόταν του καλού καιρού. –Δεν άντεχε καθόλου τη συμπεριφορά του Πέτρου, από το πρωί ίσα με το βράδυ δούλευε για να μην τους λείψει τίποτα και αυτός, αρνιόταν οποιαδήποτε εργασία. Έπινε το καφέ του όταν είδε τον αδερφό του να γυρνά πλευρό.

«Φεύγεις;»

«Εγώ ναι. Εσύ; Τι θα κάνεις σήμερα;»

«Μην αρχίζεις πάλι την γκρίνια ρε Στέλιο…»

«Κοίτα να δεις, δεν θα σε φροντίζω μια ζωή. Πρέπει να κοιτάξω να νοικοκυρευτώ και εγώ.»

«Και τι σε εμποδίζει;»

«Η υπόσχεση που έδωσα στους συγχωρεμένους τους γονείς μας.»

«Μην ξεκινάς το μελό.»

«Σοβαρά; Ξέρεις πόσο βερεσέ έχουμε αφήσει στην κυρά Ξένη, στο τέλος θα σταματήσει την πίστωση. Με μια δουλειά δεν μπορούμε να ζήσουμε.»

«Ναι, ναι…»

«Α, να μην το ξεχάσω, τι θα κάνεις με την Σταυρούλα;»

«Κοίτα τις δουλειές σου Στέλιο και μην χώνεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν. Ακούς;»

«Κακομοίρη μου, κοίτα να την αφήσεις έγκυος και σε κυνηγάνε οι γονείς της και δεν έχουμε λεφτά για παντρειές και για πάνες.»

«Για πόσο βλάκα με έχεις αδερφέ; Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, εγώ δεν σε σκλαβώνομαι.»

«Κακόμοιρο κορίτσι…»

«Μην το λυπάσαι περνάει καλά μαζί μου…»

Ξύπνα και κοίτα να συμμορφωθείς δεν αντέχω άλλο την τεμπελιά σου.»

Ήταν η τελευταία προειδοποίηση που του είχε δώσει, δεν είχε άλλη ευκαιρία, εξάλλου καλό βλέπε την κόρη της γειτόνισσας και ήθελε να την ζητήσει σε γάμο. Είχε κουραστεί να είναι μόνος του. Μπορεί να μην είχε πολλά χρήματα άλλα ήξερε και θα πάλευε να φτιάξει μια σωστή οικογένεια.

28.9.24

3Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:ΜΙΑ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΗ ΝΥΦΗ


 

Μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει... ο απόηχος της σκλαβιάς των Τούρκων δεν ίσχυε όμως η πείνα και ο φόβος για το αύριο συνεχίζει να υπάρχει. Η οικογένεια του Αντώνη Κρούσο είχε βγει αλώβητη από την καταστροφή του 400 χρόνιων, το μαγαζί υφασμάτων ήταν όρθιο και άρχιζε να λειτούργει ξανά.  Είχε πλησιάσει ο γιος της οικογένειας πλέον τα 40 και ήταν μόνος, όλα στη δουλειά του και κυλούσαν υπέροχα, η δουλειά του ως μεγάλο έμπορος στην Αθήνα,  του έδινε μεγάλη άνεση αλλά το δύσκολο ήταν να βρει την γυναίκα που θα ήταν στο πλάι του και θα του πρόσφερε ότι είχε ανάγκη ένα όμορφο σπιτικό και παιδιά… Όμως καμία από τις γυναίκες που ξέρει δεν του άρεσαν, ένιωθε απογοητευμένος μέχρι που αποφάσισε να βάλει μια μικρή αγγελία για να βρει την σύζυγο που επιθυμεί –κανείς βέβαια δεν θεώρησε σωστή αυτή την κίνηση, λόγω κοινωνικής ταυτότητας.

Άρχιζε να γράφει: Αναζητείται ευπρεπής γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά από 35 – 40 ετών για σοβαρή σχέση με σκοπό τον γάμο. Η μέλλουσα κύρια πρέπει να ξέρει να φερθεί και να σταθεί σε οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση, προκύψει. Πληροφορίες: Αντώνιος Κρούσος του Κωνσταντίνου, οδός: Πατησίων 19 Αθήνα.    

Οι επόμενες δυο εβδομάδες κύλησαν ανιαρά για τον Αντώνη, πέρασαν πολλές γυναίκες αλλά τίποτα, είχε απελπιστεί. Η μητέρα του την ίδια περίοδο αναζητούσε μια οικονόμο… ένα Σάββατο τους επισκέφτηκε ένα κορίτσι είκοσι εννιά χρόνια για την θέση και ο κύριος του σπιτιού γοητεύτηκε από εκείνην, αλλά εκείνην δεν του έδινε σημασία κρατούσε αποστάσεις λόγω της θέσης της. Ο Αντώνης θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Η κοπέλα είχε έρθει από την Λάρισα με σκοπό να δουλέψει για να στείλει στην οικογένεια της τα λεφτά που είχαν ανάγκη. Ήταν τίμια και προσηλωμένη σ’ αυτό που έκανε και αυτό χαροποιούσε την μητέρα του.

Μέχρι που έγινε κάτι αναπάντεχο, ήρθε ένα γράμμα, που ανέφερε ότι ο πατέρας της έπρεπε να χειρουργηθεί, τα μάτια της κοπέλας άρχιζαν να τρέχουν. Η Στεφανία φαινόταν απελπισμένη γιατί δεν μπορούσε να βρει τα χρήματα που χρειαζόντουσαν. Ο Αντώνης παρατηρούσε την στεναχώρια της, και την ρώτησε:

«Στεφανία, έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ στο γραφείο.»

Η κοπέλα πήγε όπως την διέταξε το αφεντικό της, περίεργη για να δει τι θέλει.

«Πείτε μου, στις διαταγές σας.»

«Αυτές τις μέρες δεν είσαι καλά, τι συμβαίνει; Δεν είσαι ευχαριστημένη;»

«Όχι, κάθε άλλο…»

«Τότε;»

«Απλά αφέντη μου, ό πατέρας μου είναι πολύ άρρωστος και θα χρειαστούν λεφτά που δεν υπάρχουν.»

«Μάλιστα, κατάλαβα…»

«Με θέλετε τίποτα άλλο;»

«Όχι…»

Η Στεφανία πήγε να φύγει αλλά την σταμάτησε, η φωνή του… Γύρισε πάλι στο μέρος του. Εκείνος χαμογέλασε καθώς την κοιτούσε. Ήξερε ότι αυτό που θα έκανε δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Η ματιά της κοπέλας ήταν φοβισμένη όταν τον είδε που πλησίαζε.

«Ξέρεις τι σκέφτηκα Στεφάνια;»

«Τι;» είπε με κατεβασμένο το κεφάλι της.

«Να δώσω εγώ τα λεφτά για τον πατέρα σου.»

«Αλήθεια; Και εγώ ότι θέλετε από μένα…»

«Θέλω να μου δώσεις την ευκαιρία να σε πλησιάσω.»

«Για ποιο λόγο;»

«Μου αρέσεις πολύ και πιστεύω ότι θα μπορούσες να γίνεις μια υπέροχη σύζυγος. Δική μου!»

«Τι λέτε; Εγώ είμαι μια υπηρέτρια, χωρίς καμία γνώση. Τι μπορώ να σας προσφέρω;»

«Στεφανία, είσαι υπέροχο κορίτσι και πιστεύω ότι έχεις πολύ αγάπη στην ψυχή σου και θεωρώ ότι θα γίνεις καταπληκτική μητέρα και σύζυγος.»

«Τι να σας πω κύριε Αντώνη…»

«Απλά σκέψου το. Το απόγευμα θα ήθελα να ετοιμαστείς να βγούμε για ένα γλυκό. Δεν δέχομαι αρνητική απάντηση.»


13.9.24

2Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: H MONAΞΙΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


 

Η εποχή της σκλαβιάς τετρακόσιων χρόνων είχε φύγει για ένα λαό που ταλαιπωρήθηκε αφού επαναστάτησαν εναντίον τους υπήρξε η λευτεριά τους... Υπήρχε δυσκολία στα οικονομικά αλλά  θα  πάλευαν για να επανέλθουν. Η Αθήνα προσπαθούσε να βρει την λάμψη της! Τα πόδια της Μαρίας την οδηγούσαν στα σοκάκια της Αθήνας από πρωί για να δουλέψει. Έπλενε σε ένα σπίτι για να μπορέσει να ζήσει. Είχε μετανιώσει που τον παντρεύτηκε για να κάνει το χατίρι της οικογένειάς της. Οι γονείς της ένιωθαν λόγο της μεγάλης ανέχειας δεν μπορούσαν να την φροντίσουν και θεώρησαν ότι θα το έκανε εκείνος. Πόσο δύσκολη ήταν η ζωή τους; Αφού έκανε την δουλειά της εννέα ώρες σε ένα σπίτι στην οδό Αιόλου… Πήγε στο μικρό παντοπωλείο της περιοχής. Είχε πολύ μεγάλο ποσό σε βερεσέ αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Αφού εισχώρησε στο μαγαζί την είδε ο κυρ Λευτέρης.

«Καλώς το Μαριώ...»

«Γεια σου κυρ Λευτέρη, ήρθα να πάρω λίγες φακές και ένα κιλό φασόλια και λίγο πάγο για το ψυγείο μας.»

«Να σου δώσω...»

«Πάρε και αυτά τα 90 δραχμές, και τα υπόλοιπα την επόμενη φορά.»

Ο Κυρ Λευτέρης της χαμογέλασε γιατί ήξερε πόσο δύσκολα περνούσε, αν ήταν αλλιώς τα οικονομικά του θα της τα χάριζε. Αλλά δεν γινόταν.

«Μόνη σου θα τα πάς;»

«Ε, τι με παρέα;»

«Να σου φωνάξω τον Κωστή, μισό λεπτό...»

«Δεν χρειάζεται.»

«Σώπασε, ξέρω 'γω!»

Τελικά η Μαριώ έφυγε μαζί με τον Κωστή, ό οποίος κουβαλούσε τον πάγο. Ήταν πολύ η διαδρομή αλλά δεν βαρυγκωμούσε... Την ήθελε αλλά ποτέ δεν τόλμησε εκείνον και δεν της είπε τίποτα ανοιχτά.

«Μαριώ φαίνεσαι κουρασμένη...»

«Έπλυνα ώρες τι να κάνω;»

«Και ο άνδρας σου τι κάνει; Ε;»

«Δουλεύει...»

«Ναι, και να κάνει κρασί. Α, ρε Μαριώ...»

«Σε παρακαλώ...»

Εκείνη την ώρα πέρναγε ο παγωτατζής... τον σταμάτησε και την κέρασε ένα παγωτό και προχώρησαν. Λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι, του πήρε τον πάγο από τα χέρια για να συνεχίσει μόνη της, δεν ήθελε να την κουτσομπολεύει η γειτονιά. Όταν μπήκε στο σπίτι, και έβαλε τον πάγο στο ψυγείο και την φέτα, παρατήρησε τον άνδρα του να κοιμάται την ντιβανοκασέλα αφού, είχε πιει ένα τέταρτο κρασί. Δεν άντεχε αυτή την κατάσταση, την περίοδο του πολέμου σταμάτησε αυτό αλλά ξανά άρχισε και η Μαρία δεν το άντεχε αυτό. Ήθελε να το χωρίσει αλλά που θα πήγαινε; Τι θα έκανε; Έπρεπε να τον ανέχεται, μαύριζε η ψυχή της.

Έπειτα ξύπνησε και πήγε κοντά της…

«Μαγείρεψε τίποτα;»

«Τώρα γύρισα…»

«Μπα και που σεργιάνιζες;»

«Πήγα να πάρω πάγο και φέτα που δεν είχαμε Στέλιο μου.»

«Μάλιστα, κατάλαβα. Πάλι σε αυτόν τον λιγούρη τον Κωστή πήγες…»

«Μα τι λες; Παραλογίζεσαι…»

«Το ακούσαμε κι αυτό. Αν σε ξανά να σε πλησιάζει θα τον σκοτώσω. Τώρα τσακίσουν να φτιάξεις κάτι να φάω.»

Η κοπέλα έφυγε από μακριά του γιατί δεν άντεχε άλλο, δεν τον μπορούσε άλλο. Μακάρι να μην τον παντρευόταν ποτέ. Ένιωθε τόσο μόνη…

 

6.9.24

1Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΕΝΑ ΕΙΔΎΛΙΟ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ


 

Περπατώντας στην πόλη των Ναυπλίου, ο αρχαιολόγος Μένιος Καππας, παρατηρούσε την πόλη, η πόλη ήταν σαν ένα φάντασμα που προσπαθούσε να αναγεννηθεί απ τις στάχτες του... Υπήρχαν κάποια ερειπωμένα σπίτια από τον πόλεμο που υπέστη η χώρα, σε χρόνια κατοχή  ήλπιζε ότι η κυβέρνηση του Βενιζέλου θα έκανε ότι γινόταν για να αποκαταστήσει την πόλη, πού πλέον ήταν η πρωτεύουσα της Αθήνας... συνεχίζοντας την διαδρομή αντίκρισε τον ναό της κοίμησης της Θεοτόκου, τον είδε ελάχιστα διαπιστώνοντας ότι δεν είχε καταστρέφει τελείως και προχώρησε... Όσο το βήμα του απομακρυνόταν από την πόλη γύρισε το βλέμμα του προς το Μπούρτζι –σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε να κάνει αρκετές ανασκαφές για να βρει τα αρχαία ευρήματα, που ήταν σίγουρος ότι υπήρχαν στη θάλασσα μετά από μεγάλη έρευνα που έκανε σε αρχεία κείμενα, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό το τρόπο θα γινόταν γνωστός – λίγο πριν στρίψει στο δεύτερο στενό που θα βρει είδε τον εφημεριδοπώλη, που ήταν σε μία γωνία διαλαλώντας τα γεγονότα της εφημερίδας, και εκείνος κοντοστάθηκε να τα διαβάσει:

 «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος». 

ΠΡΩΤΗ ΕΙΔΗΣΗ:

Σε ένα έρανο που έδωκε για την ενίσχυση των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι έδωκε όλα τα υπάρχοντά της η Ψωροκώσταινα, είναι μια ηρωικήν κίνηση από μέρους της.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΙΔΗΣΗ:

«H πρώτη απεργία στην επαναστατημένη Ελλάδα»

«Oι υποσημειούμενοι αναφερόμεθα, ότι δέκα μήνες όλους δουλεύομεν ενταύθα εις την Τυπογραφίαν της Σ. Διοικήσεως, και των πρώτων μηνών τους δεδουλευμένους ημών μισθούς ελάβομεν, και αφού ηλπίζαμεν μεγάλως να λάβωμεν και των άλλων πέντε, αφού μάλιστα εδιωρίσθη παρά της Σ. Διοικήσεως ο κ. Θ. Φαρμακίδης κατά την οποίαν υπόσχεσιν μας έδωκε. Ίδομεν όμως το εναντίον και μόνον το εν τρίτον εκ διαλειμμάτων του μισθού μας ελάβομεν παραυτού, ζητούντες δε και το υπόλοιπον εξυβρίσθημεν παρά της σοφολογιότητος του, αλλά διά να μας καταπείση και λάβωμεν εθνικάς ομολογίας εμεταχειρίσθη την βίαν και λέγει “όποιος δεν λάβει αυτός ας φύγη, και ούτε καν αποδεικτικόν του δίδω, και ας υπάγη όπου θέλει». 

Είχε πάρα πολλούς κεραυνούς και σου έδειχναν ότι ερχόταν νεροποντή… είχε ξεχάσει να πάρει ομπρέλα και θα γινόταν μούσκεμα. Ήταν πολύ εκνευρισμένος μ’ αυτή την απερισκεψία του, κοιτούσε γύρω του αλλά δεν έβλεπε κάτι για να προφυλαχτεί.  Ήταν ένα παντοπωλείο αλλά φαινόταν κλειστό ή ερειπωμένο. Παντού υπήρχε εγκατάλειψη και η εικόνα του πολέμου του τρυπούσε το στομάχι.  Ξάφνου σηκώθηκε ένας αέρας, και κάτι ανεμώνες που ήταν στο απέναντι χωράφι, κουνιόντουσαν, ίσως φυτρώσει πάλι η ελπίδα, είχε χάσει κι άλλο χρόνο,  έπρεπε να βρει το δωμάτιο που είχε νοικιάσει σ’ ένα αρχοντικό της περιοχής. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο και η βροχή είχε ξεκινήσει δυστυχώς, όπως προσπαθούσε να προστατευτεί κάπου, άκουσε μια φωνή.

«Θέλετε βοήθεια;» γυρνώντας το βλέμμα του είδε μια νεαρή κοπέλα, με απλό άσπρο φόρεμα που κολάκευε την σιλουέτα της, με ένα μαντήλι στο κεφάλι που ήταν κεντημένο.

Σας ευχαριστώ πολύ, ψάχνω το αρχοντικό της Βρεττού Γρηγορίας…» απάντησε απορροφημένος από τα ανοιχτά καστανά μάτια της άγνωστης νεαρής.

«Είστε ο κύριος Κάππας; Σας περιμέναμε. Περάστε μέσα. Είμαι η ανιψιά της κυρίας Βρεττού, η Λενιώ.»

«Α, να σαι καλά.»

Περπατώντας στο εσωτερικό της αυλής παρατήρησε μια βερικοκιά και κάτι κατεστραμμένες τριανταφυλλιές. Το οίκημα φαινόταν ταλαιπωρημένο, αλλά αν το έβλεπες με άλλη ματιά θα καταλάβαινες ότι κάποτε είχε μια διαφορετική αίγλη. Λίγο πριν ανοίξει πόρτα είδε ο αρχαιολόγος μια σφαίρα καρφωμένη στον τοίχο και σάστισε.

«Απομεινάρια των Τουρκαλάδων…»

Έγνεψε και μπήκαν μέσα, και ο Μένιος είδε μπροστά του μια κυρία με ένα κότσο και με γυαλιά μυωπίας να τον επεξεργαζόταν λεπτομερώς.

«Κύριε Κάππα, από εδώ η  Γρηγορία Βρεττού, η ιδιοκτήτρια του αρχοντικού.»

«Χαίρομαι πολύ, κυρία Βρεττού. Σας ευχαριστώ για την ενοικίαση του δωματίου.»

«Να στε καλά, παρόλο αυτά αργήσατε σαράντα πέντε λεπτά, και έχουμε φάει. Εγώ θα αποσυρθώ στο υπνοδωμάτιο μου, είναι αργά. Καλώς ορίσατε και πάλι.»

Ο αρχαιολόγος παραξενεύτηκε με την συμπεριφορά της αλλά δεν είπε κουβέντα. Η όμορφη και ευγενική Λενιώ πήγε και του έδειξε το δωμάτιο που είχε νοικιάσει. Ήταν ένας χώρος με ένα μονό κρεβάτι, ένα μικρό κομοδίνο, μια ντουλάπα και μια καρέκλα. Τα κοίταξε καλά και έπειτα την κοπέλα.

«Αυτό είναι.»

«Σας ευχαριστώ δεσποινίς Βρεττού.» της αποκρίθηκε και άφησε τα υπάρχοντά του σε μια άκρη.

«Να στε καλά. Μήπως πεινάτε; Να σας φέρω κάτι, να φάτε πριν κοιμηθείτε;»

« Όχι, Κατανοώ αυτό που είπε η θεία σας, ότι καθυστέρησα.»

«Μην δίνετε πολύ σημασία, απλώς είναι πολύ αυστηρή με τον χρόνο…»

Μετά από λίγο, η Λενιώ του πηγαίνει να φάει λίγο, που είναι νηστικός από το ταξίδι και αυτό το καταλάβαινε η κοπέλα, το βλέμμα της ήταν ζεστό και ευγενικό απέναντι στο νέο νοικάρη τους.

«Θέλω να συγχωρέσετε την θεία μου, που είναι κάπως. Αναγκάστηκε να το κάνει γιατί πέθανε ο θείος μου, στο πόλεμο και δεν είχαμε άλλους πόρους.» του εξήγησε καθώς άφησε το δίσκο στο τραπέζι που υπήρχε εκεί.

«Σας καταλαβαίνω απόλυτα.»

 

ΕΝΑΣ ΜΗΝΑΣ ΜΕΤΑ

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και ο Μένιος πηγαινοέρχονταν το Μπούρτζι προσπαθώντας να ανακαλύψει τα ευρήματα που πίστευε ότι ήταν στο βυθό της θάλασσας, όμως άρχιζε να απογοητευόταν γιατί η έρευνα ήταν άκαρπη προς το παρόν. Τα μεσημέρια γυρνούσε νωρίς για να είναι τυπικός στο ωράριο και στους κανόνες του σπιτιού που διέμενε. Η ιδιοκτήτρια του αρχοντικού ήταν τυπική και δεν του άφησε και πολλά περιθώρια για να συνομιλήσουν, παρόλο αυτά ρωτούσε να μάθει για τις έρευνες γιατί πίστευε ότι θα βοηθούσε το Ναύπλιο αυτή η ανακάλυψη…

Ήταν απόγευμα Παρασκευής εκείνου του Φθινοπώρου το 1826, όταν ξεκίνησε να βρέχει –παρόλο αυτά ο Μένιος και η Λενιώ αποφάσισαν να κάτσουν στο μπαλκόνι. Ήταν υπέροχη στιγμή, γιατί οι ψιχάλες της βροχής ακουμπούσαν πάνω στα φύλλα και μετά ότι ξεχείλιζε, έκανε λιμνούλα στο πάτωμα.

«Δεν είναι ρομαντικά;»

«Ναι…» απάντησε ο αρχαιολόγος και κοντοστάθηκε δίπλα της. Παρατήρησε ότι κρύωνε όποτε έβγαλε το σακάκι του.

Με μια απαλή κίνηση το τοποθέτησε στους ώμους της νεαρής γυναίκας, η κοπέλα γύρισε το βλέμμα της και του χαμογέλασε, και ύστερα τον ρώτησε:

«Πως πάνε οι έρευνες;»

«Έχω απογοητευτεί…. Δεν πάνε καθόλου καλά.»

«Δηλαδή θα φύγεις;»

«Όχι ακόμη… Έχω μαγευτεί.»

«Στο είπα πει ότι θα μαγευόσουν από το Ναύπλιο…»

«Μα δεν συνέβη αυτό με την περιοχή.»

«Τι εννοείς;»

«Από σένα γοητεύτηκα!» της παραδέχτηκε κοιτώντας την στα μάτια και φιλώντας το χέρι.

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;