Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.4.24

11Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: Η ΣΟΦΙΤΑ


 

Ήταν  Οκτώβρης αρχίζουν να πέφτουν τα φύλλα από τα δέντρα χορεύουν. Η παρέα του Τζον προετοιμάζεται να μαζεύεται, για να γιορτάσει το χαλοουίν, με ένα τελετουργικό... Έχουν βρει σ' ένα παλιό βιβλίο της προγιαγιάς του Τζον θα κάνουν δεήσεις για να δουν ανθρώπους που έχουν πεθάνει. Η Ελεονόρ με τον Πίτερ είναι στη σοφίτα και περιμένουν στους άλλους τρεις για να κάτσουν στην σοφίτα.

«Θα μου πεις γιατί κάνουμε αυτή την βλακεία με τα κεριά;»

«Έλα ο Τζον μου είπε ότι βρήκε αυτό το βιβλίο και ότι θα έχει πολύ πλάκα...» της απαντάει.

«Εγώ θεωρώ ότι είναι μια βλακεία. Τι ελπίζετε ότι θα δείτε τον Τζακ με το κάρβουνο και το ραπανάκι;»

«Φαντάσου πόσο κούλ θα ήταν.»

«Αν συνέβαινε στ' αλήθεια θα διασκεδάζατε... δεν ξέρω αν θα περνούσες καλά όσο μου λες!»

«Ω, μωρό μου, φοβάσαι στα αλήθεια; Μήπως να σε πάω σπίτι;»

«Όχι, πεθαίνω να δω αν όντως συμβεί κάτι πως θα αντιδράσετε και πίστεψε με αν τρομάξεις έστω και στο παραμικρό θα μάθουν όλοι οι φίλοι σου πόσο χέστης είσαι.»

«Αγαπητή μου δεν πιστεύω ούτε στον μύθο, ούτε στους νεκρούς που κόβουν βόλτες. Ο μόνος λόγος που το κάνω είναι γιατί απολαμβάνω διαδικασία.»

«Θέλω τόσο πολύ να δω τα πρόσωπά όταν αποτύχει…»

«Είμαι σίγουρος ότι κάτι μας ετοιμάζει ο Τζον για να τρομάξουμε…»

Γυρνούν τα βλέμματα του να παρατηρήσουν την σοφίτα είναι σκοτεινή, έχει στην άκρη του ταβανιού που έχει δημιουργήσει τον ιστό της, κάτι βαλσαμωμένες κουκουβάγιες, ένα μεγάλο μπαούλο σε μια γωνία… Στα αριστερά ένας διαλυμένος καναπές με ένα τραπέζι μπροστά που επάνω έχει κάτι σκονισμένα βιβλία και κάτι κηροπήγια.

«Γεια σας guys…φέραμε μπύρες.» πετάει ο Τζορτζ.

«Μπράβο όλα τα καλά παιδιά εδώ…» συμπληρώνει ο Στέφαν.

«Αφήστε τις σαχλαμάρες να ξεκινήσουμε, πήρα κάτι βότανα…» λέει ο Τζον

«Από αποσκοπεί αυτό;» πετάγεται η Ελεονόρ

«Να περάσουμε καλά, ρε!» λέει ο Στέφαν.

«Μην αργούμε μαζευτείτε γύρω από το τραπέζι…»

 Ο Τζον ανοίγει το βιβλίο, ανάβει τα κεριά, αρχίζει να καίει τα βότανα και να διαβάζει δυνατά, ότι υπάρχει μέσα εκεί. Κανείς δεν μιλάει, όμως όλοι πίνουν σιωπηλά. Μόλις τελειώνει την ανάγνωση ο Τζον κάθονται όλοι όπου βρουν.

«Αυτό ήταν; Δεν βλέπω καμία αλλαγή…»  πετάγεται ο Τζορτζ.

«Έλατε να πάμε για μπύρες !» συμπληρώνει ο Τζον.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες ο Τζορτζ, κοντοστέκεται, αρχίζει να βλέπει διάφορες σκιές να περπατούν και σιγά – σιγά  να παρατηρεί σκελετωμένα πρόσωπα να τον κοιτούν.

«Τι είναι αυτά που καίγαμε πάνω; Έχω αρχίσει να έχω παραισθήσεις.»  λέει ήρεμα ο Πίτερ

«Αν βλέπεις νεκρούς να περιφέρονται μέσα στο σπίτι, έχω τις ίδιες παραισθήσεις και εγώ.» λέει ψιθυριστά ο Τζον.

Ξαφνικά οι νεκροί σταματούν να περπατούν και να γυρίσουν να τους κοιτάξουν…  ο Τζον πλησιάζει πιο κοντά και διαπιστώνει ότι είναι ο παππούς του: έχει κατσαρά μαλλιά, σαρωμένο πρόσωπο και δυο μεγάλα μάτια μπλε, που είναι κόκκινα. Είναι σκελετωμένος… Φοβάται αλλά δεν θέλει να το δείξει μπροστά στους άλλους!

«Παππούς; Τι συμβαίνει; Μοιάζεις με…»

«Τι έκανες;»

Τίποτα…»

«Τρέξτε! Έρχονται…»

  

 

19.4.24

10Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: ΈΝΑ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΔΩΡΟ


 

Η τραπεζαρία είναι άνω –κάτω, όπως όλο το σπίτι μου. Αυτά συμβαίνουν όταν κάνεις συγκεντρώσεις γενεθλίων στο χώρο σου. Ευτυχώς δεν είχα και το μαγείρεμα με έσωσε το κέτερινγκ . Είμαι ξεθεωμένη από την κούραση, έχω βγάλει τις γόβες μου γιατί με έχουν χτυπήσει στις φτέρνες μου. Στην διπλανή πολυθρόνα είναι τα δώρα των φίλων μου, αλλά βλέπω μια παραπάνω και μου κάνει τρομερή εντύπωση. –Η συγκεκριμένη σακούλα έχει ιδιαίτερο σχέδιο. –  «Ποιος άραγε να μου πήρε αυτό το δώρο» σκέφτομαι και το πιάνω και αρχίζω να το παρατηρώ: Είναι μια σακούλα με διάφορα σχέδια που φωσφορίζει και αποφασίζω να την ανοίξω:

«Ένα λυχνάρι!»

Πλάκα κάνεις; Τι να το κάνω αυτό; Βέβαια αγαπώ τα παλιά αντικείμενα; Αλλά λυχνάρι; Κοιτάζω την κάρτα δεν έχει παραλήπτη… Άλλα κάτι είναι γραμμένο, το πιάνω στα χέρια μου:

 «Κάνε τρεις ευχές και η ζωή σου θα αλλάξει…»

Αηδίες! Σκέφτομαι. Ήμουν πολύ μικρή όταν πίστευα στον Αλαντίν. Δεν έχω κάτι να χάσω, θα το δω σαν παιχνίδι. Εύχομαι:

«Θέλω να γίνω πλούσια…» ψιθυρίζω.

Νιώθω μια ζαλάδα, μάλλον είναι από το ποτό που έχω πει…. Χάνω τις αισθήσεις, πριν μαυρίσουν όλα, ακούω ένα σατανικό γέλιο και μετά κενό. Νιώθω ένα πόνο στο κεφάλι μου, έχω χάσει τον προσανατολισμό και προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου. Ξημέρωσε; Αναρωτιέμαι.  Αισθάνομαι ότι είμαι κάπου που όλα είναι μαλακά και ανοίγω τα βλέφαρα μου. Ο ήλιος λούζει τα φριζαρισμένα, μπλεγμένα και σγουρά μαλλιά μου και παρατηρώ γύρω μου! Που είμαι; Λέω.  Είμαι ξαπλωμένη σε υπέρδιπλο κρεβάτι με ουρανό… έχω τρομάξει! Πως έχω βρεθεί σ’ αυτό ξένο κρεβάτι; Όλα έγιναν από την στιγμή που… δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την φράση μου και η ματιά μου πέφτει σε μια κορνίζα: Είμαι εγώ με ένα άνδρα άγνωστο για μένα, χαμογελαστό να με αγκαλιάζει και φαινόμαστε ευτυχισμένοι.

Σε παράλληλο σύμπαν είμαι Χριστέ μου; Φοράω και μια άσπρη σατέν νυχτικιά. Τα νύχια είναι σε γαλλικό μανικιούρ, δεν πάμε καλά. Όταν πάνω να σηκωθώ να επεξεργαστώ το δωμάτιο μήπως βρω κάποια πληροφορία. Χτυπάει η πόρτα και εμφανίζεται ένας άνδρας:

«Καλημέρα κυρία. Σας έφερε τίποτα άλλο.»  μου αφήνει το δίσκο με το πρωινό.

«Σε μένα μιλήσατε;»

«Μάλλον η κυρία ήπιε υπέρ του δέοντος χθες στα γενέθλια της… Κυρία, είμαι ασυγχώρητος

 που δεν σας ευχήθηκα. Να είστε πάντα καλά και ευτυχισμένη.

Δεν λέω κάτι. Μου δίνει ένα παυσίπονο και μου ακουμπάει το δίσκο στα πόδια μου, όταν ξαφνικά ακούγεται να σπάει κάτι… Είναι το τζάμι του δωματίου και εισβάλλουν μέσα δυο κουκουλοφόροι με δυο όπλα με έκταση να με σημαδεύουν. Θα πεθάνω! Σκέφτομαι.

«Παναγία μου, δεν θέλω να πεθάνω… άλλη ευχή! Εύχομαι… « φωνάζω.

Έχει τρεις ευχές θα καταφέρει να κερδίσει κάτι;  

11.4.24

9Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: STOKER


 

Λίγο πριν περάσει ο παλιός ο χρόνος περπατάω στα σοκάκια των Εξαρχείων, μπροστά μου κινείται η πρώην μου… είναι τόσο ελκυστική Είμαι κοντά, για να μυρίσω το άρωμά της. Πόσο μου έλειψε! Ξαφνικά εμφανίζεται ένας άνδρας, την φιλάει παθιασμένα και μιλούν και κρύβομαι να μην με δουν. Παρατηρώ ότι μιλούν αλλά δεν μπορώ να ακούσω. Όταν αρχίζουν να περπατούν τους παίρνω κατά πόδας. Σταματάνε σε ένα μικρό εστιατόριο για να φάνε, κάθομαι να τους παρατηρώ… Η Εύα γελάει, περνάει καλά μαζί του… Πως τολμάει μέσα σε τέσσερις μήνες να με έχει αντικαταστήσει; Δεν με αγάπησε ποτέ; Θα το πληρώσει αυτό η σκρόφα. Ίσως να με άφησε γι αυτόν! Θα δει τι θα πάθει… Αυτό δεν πρόκειται να περάσει έτσι! Η αχάριστη!

Μετά το φαγητό, πάνε σ’ ένα μπαρ να πιουν ένα ποτό… ο αλήτης την ακουμπάει και αυτή το δέχεται. Η άπιστη… Σαν να είναι μια ξεδιάντροπη. Έχει πάει έντεκα όταν την συνοδεύει στο σπίτι της. Ανεβαίνει μαζί της, εκείνη την ώρα σφίγγω τις γροθιές  μου και είμαι έτοιμος να μπω στο σπίτι και τον βλέπω να βγαίνει.  Αν ο τύπος έχει δουλειά και έφυγε; Όχι.. όχι! Δεν υπάρχει περίπτωση να είναι αθώα; Είναι μια τσούλα που με παράτησε για αυτόν τέλος! Παίρνω μια ανάσα  και συνεχίζω να την κοιτάζω… Είναι τόσο όμορφη, ξεκινάει να ξεντύνεται, στο δωμάτιο της… Πόσο όμορφο δέρμα έχει; Τελικά δεν έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που είχα στην αγκαλιά μου; Γιατί έπρεπε να με παρατήσει και αυτή; Όπως όλες οι άλλες; Επειδή την αγάπησα τόσο δυνατά!

Πλησιάζω την πολυκατοικία… Μένει στο ισόγειο, είναι όπως την θυμάμαι δεν έχει αλλάξει. Αφήνει την μπαλκονόπορτα ανοιχτή όπως πάντα, δεν σκέφτεται καθόλου. Κινούμαι στο χώρο, στο σαλόνι είναι σκοτεινά αλλά ξέρω το σπίτι! Μάλλον είναι στο μπάνιο, ακούω νερά να τρέχουν. Παραμονεύω να βγει από το ντους, είναι γυμνή –το τατουάζ στη πλάτη, είναι το σημείο που πάντα το αγαπούσα, την βλέπω να κάθεται στο κρεβάτι, πάω από πίσω της, κρατώντας το μαχαίρι… την εγκλωβίζω με το χέρι μου και το βάζω  στο λαιμό της.

«Βοήθεια!»

«Σκάσε!»

«Γιώργο; Εσύ είσαι;»

Η ανάσα της, είναι γρήγορη… Την αφήνω για δευτερόλεπτα και περνάω μπροστά της να με βλέπει. Η μάσκα που φοράω την τρομάζω περισσότερο.  Αρχίζω να ανοίγω το παντελόνι μου, εκεί πάει να σηκωθεί και την πλησιάζω. Την χτυπάω για να μην τολμήσει να ξεφύγει. Αρχίζω να φιλάω, την χαϊδεύω και εκείνη τραβιέται άλλα την φοβίζω με το μαχαίρι και στην κρίσιμη στιγμή πριν ολοκληρωθεί η πράξη ακούω κλειδιά και πόρτα να ανοίγει:

«Αγάπη μου, που είσαι;»

«Μην τολμήσεις  γιατί θα τον σκοτώσω. Του έδωσες και κλειδιά ε;»

Πηγαίνω κοντά της, και την χαρακώνω λίγο στον ώμο για να με θυμάται για την επόμενη φορά.

«Θα τα ξανά πούμε!» και βγαίνω από το παράθυρο.

5.4.24

8Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ:ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΟΠΛΟ


 

ΒΡΑΔΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ

Είναι η τελευταία μέρα του Μαρτίου, έχει αρχίσει να νυχτώνει και εγώ πρέπει να προχωρήσω μέχρι το παρκινγκ για να πάρω το αμάξι. Μέσα σε όλα βρέχει κιόλας, δεν ξέρω πως είχα την φαεινή ιδέα  να αφήσω το αυτοκίνητό μου τόσο μακριά από την δουλειά; Την πάτησα και εγώ με αυτά τα βίντεο που σου λένε να κάνεις άσκηση, σήμερα μου ήρθε; Δεν πρόκειται να το ξανά επιχειρήσω ποτέ… Έχω γίνει μούσκεμα και θέλω να βρίσω,  ξέχασα να πάρω ομπρέλα το πρωί, ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα έχει μια υπέροχη μέρα, όπως είπε ο μετεωρολόγος άλλωστε και περπατάω όσο πιο γρήγορα μπορώ μέχρι να καταφέρω να φτάσω στο αμάξι.

Καθώς φτάνω στο εγκαταλελειμμένο κτίριο που πάρκαρα το αυτοκίνητο… βλέπω τα ασθενοφόρα να περνάνε γιατί από την άλλη πλευρά είναι το νοσοκομείο της Νίκαιας. Και αρχίζω να σκέφτομαι πόσο τυχαίος είμαι που δεν είμαι εκεί μέσα, ελπίζω να μην αρρωστήσω με τόση βροχή. Ξαφνικά βλέπω έναν ξανθό άνδρα να κουβαλάει μια σακούλα, φαίνεται να αγκομαχά, αν πλησιάσω θα τον ρωτήσω αν θέλει βοήθεια. Αρχίζω να επιταχύνω το βήμα όταν ξάφνου αντικρίζω να εξέχει από την σακούλα… ένα χέρι. «Θεέ μου! εξέχει από την σακούλα ΕΝΑ ΧΕΡΙ!» Νομίζω ότι με άκουσε. «Πρέπει να κρυφτώ πίσω από τα αυτοκίνητα…» επαναλαμβάνω. Θεέ μου κάνε να μην με έχει δει; Νομίζω ότι το χέρι είναι χαρακωμένο.

«Πω, πω… Λες να είναι ο δολοφόνος που λένε στις ειδήσεις το τελευταίο καιρός;» σκέφτομαι έντρομος.

Σήμερα μου ήρθε η ιδέα να το αφήσω εδώ; Να τρέχω και αν έχει όπλο; Πρέπει να πάω ανάσα και να μείνω ψύχραιμος. Θα βγάλω το κινητό να πάρω την αστυνομία, Παναγία μου! Ελπίζω να μην με έχει δει. Ο φόβος είναι μεγαλύτερος από την λογική. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα είναι καθοριστικά, για μένα που είναι μπροστά στο σκηνικό. Τρέμω! Αντικρίζω από εκεί που είμαι τα πόδια του και μετά ακούω:

«Ε, φίλε… που είσαι! Μην φοβάσαι. Κούκλα είναι ψεύτικη. Έλα να δεις!» λέει και αρχίζει να γελάει και μου κόβεται το αίμα.

Κρατάω την ανάσα μου και μένω ακίνητος. Δεν ξέρω αν όλα αυτά που ζω είναι πραγματικότητα ή εφιάλτης αλλά όλα είναι τόσο θολά μέσα στο μυαλό μου. Ξαφνικά ακούω σειρήνα ασθενοφόρου και μετά κόρνα, βλέπω τα πόδια του να απομακρύνονται και να φύγει. Προσπαθώ να δω, σηκώνομαι λίγο για να δω μέσα από το παράθυρο και τον βλέπω να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Λες να είμαι τόσο τυχερός; Πλησιάζω στο ασθενοφόρο...

«Συγγνώμη, παιδιά… Τον άνδρα αυτόν γνωρίζετε ;»

 «Ποιον;»

«Αυτόν μέσα στο αυτοκίνητο.»

«Όχι…»

«Επειδή του μιλούσατε;»

«Εμπόδιζε την είσοδο. Πολλοί νομίζετε ότι επειδή είναι εγκαταλειμμένο, μπορείτε να αφήσετε τα αυτοκίνητά σας. Για μας που δουλεύουμε εδώ…»

«Έχεις δίκιο φίλε, ότι και να πεις όμως… νομίζω ότι είχε ένα πτώμα μέσα!»

«Τι λες;»

«Νομίζω ότι είδα ένα πτώμα μέσα στο αμάξι του!»

«Κάλεσε την αστυνομία!»

 

 

28.3.24

7Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: Το ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΚΥΛΙ


 

Ο Γεωργίου πρέπει να διαλευκάνει την υπόθεση που έχει προκύψει για μια ακόμη φορά. Έξω  από τον αττικό ουρανό, δίπλα στα Λουτρά της ωραίας Ελένης έχει βρεθεί ένα πτώμα χτυπημένο και χαρακωμένο, κάποιος έχει φερθεί βάναυσα πάνω του.  Ξεκινούν λοιπόν οι έρευνες για να λύσουν πως έχει καταλήξει έτσι. Δίπλα του είναι ακουμπισμένο το κινητό του, ψάχνουν τα στοιχεία του: λέγεται Μανώλης Αλεξόπουλος, πτυχιούχος γεωπονικής και τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι είναι δολοφονία. Ένα σκυλί αλυχτάει όση ώρα ψάχνουν οι αστυνομικοί.

«Αστυνόμε Γεωργίου, τι θα κάνουμε με το σκυλί; Πρέπει να ανήκει στο δολοφονημένο.» πετάχτηκε ένας αστυνομικός.

«Αναζητήστε συγγενείς και το κοινωνικό περίγυρο  του νεαρού, για καταθέσεις και μετά για να αναλάβει κάποιος το τετράποδο.»

Έπειτα  αρχίζει να περπατάει  πίσω τον αστυνομικό αυτό το τετράποδο και μέσα στο σπίτι του και έχει αναγκαστεί  να τον έχει μαζί του. Έχει περάσει μια εβδομάδα και έχει καταφέρει να βρει πως έχει διαπραχθεί η δολοφονία του Αλεξόπουλου. Οι γονείς του θύματος έχουν πεθάνει και κανείς δεν δέχονται να πάρουν το  σκυλί για να φύγει το βάρος του.  Κάθε φορά που γυρνάει στο σπίτι, έβρισκε το τετράποδο να τον κοιτάει αλλά δεν μην κάνει τίποτα. Ο αστυνομικός προσπαθεί να τον ταΐσει αλλά δεν έχει καταφέρει, φοβόταν ότι θα πεθάνει από ασιτία.

«Τι θα γίνει θα φας εσύ θα με σκάσεις;» λέει στο σκυλί το οποίο κουνάει την ουρά του.

Το ραδιόφωνο είναι ανοιχτό και παίζει ένα τραγούδι ενός ράπερ τότε το τετράποδο ξεκινά να κινείται και να κλαίει, ο αστυνομικός παραξενεύεται και έτσι ο καιρός περνάει.

ΛΙΓΑ ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΑ

Ο Φλούφλης είναι το όνομα που έδωσε ο Γεωργίου για να τον φωνάζει. Η κατάσταση του σκυλιού συνεχίζει να είναι η ίδια, μόλις ακούει το τραγούδι και δεν μπορεί να καταλάβει γιατί να συμβαίνει αυτό. Αυτό το τραγούδι όποτε ακούγεται το σκυλί ξεσηκώνει την γειτονιά στο πόδι, οπότε αποφασίζει να πετάξει το ραδιόφωνο… Τότε ο Φλούφλης προσπαθεί να τον απωθήσει τραβώντας τον.

«Τι έχεις πάθει με αυτό το παλιοτράγουδο;»

2 ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ

Εκεί που τρώει το μεσημεριανό του, αρχίζει να παίζει το συγκεκριμένο τραγούδι και είναι έτοιμος να κλείσει τον ήχο,  για να μην τρελαθεί το σκυλί, όταν ακούει προσεχτικά τους στίχους…

«Δεν μπορεί…» ψιθυρίζει.

Οι στίχοι περιγράφουν έναν θάνατο, αρχίζει λοιπόν να ψάχνει τα στοιχεία που έχει από το φάκελο της υπόθεσης και διαπιστώνει ότι ακούγεται στο τραγούδι έχει γίνει. Ο αστυνομικός αποφασίζει λοιπόν να πάει να βρει το συνθέτη τον ερμηνευτή  για να βρει αν υπάρχει κάποιος συνθετικός κρίκος με την δολοφονία. Την επόμενη μέρα ο Γεωργίου βρίσκει τα στοιχεία του άνθρωπου που έχει γράψει το τραγούδι και ξεκινάει για το σπίτι του…

Το παλιό Ψυχικό είναι μια υπέροχη περιοχή, ο Γεωργίου έχει φτάσει με την μηχανή στην συνοικία και ψάχνει το 13 στη πολυκατοικία. Ευτυχώς ύστερα από λίγο, ο αστυνομικός πηγαίνει στο οίκημα, και μπαίνει στο χώρο αφού βρίσκει την είσοδο της πολυκατοικίας. Η πόρτα του διαμερίσματος του στιχουργού είναι ανοιχτή και την σέρνει για μπαίνει μέσα στο χώρο. Το σπίτι είναι κάπως ακατάστατο και ακούγεται μουσική από το βάθος του, και όπως περπατάει, σταματάει γιατί βλέπει δυο πόδια να είναι στο πάτωμα και παρατηρεί ότι είναι νεκρός σε μια λίμνη αίματος. Σηκώνει το  κινητό του και τηλεφωνεί…

«Βρέθηκε νεκρός άνδρας στην οδό Δούκα 13 Παλιό Ψυχικό.»    

 


21.3.24

6Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥ


 

Το χέρι μου πιέζει το λαιμό της γυναίκας που έχω στριμώχνει σε ένα στενό αλλά δεν ξέρω που βρίσκομαι.  Η άτυχη κουνάει τα χέρια της προσπαθώντας να με απωθήσει. Εγώ όπως επιμένω για κάμποσα λεπτά μέχρι να ξεψυχήσει... και γελάω! Παίρνω ότι χρήματα έχει υπάρχουν στο πορτοφόλι της και κοιτάω για λίγο τα στοιχεία της ταυτότητας της και έπειτα την παίρνω αγκαλιά μαζί με την τσάντα και την πετάω στο κάδο των σκουπιδιών που είναι δίπλα. Ψύχραιμη βγάζει από την τσέπη μου ένα τετράδιο και σημειώνω το ονοματεπώνυμο της… Λέγεται, δεν μπορώ να καθαρά αλλά αρχίζω να γράφω.

Η ανάσα μου κόβεται και πετάγομαι στο ύπνο μου λουσμένη από τον ιδρώτα, αυτός ο εφιάλτης ήταν πολύ τρομαχτικός, σαν αληθινός.  Προσπαθώ  να ηρεμήσω. Ήταν απαίσιο, δεν ξέρω γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω. Δεν θα το έκανα πότε αυτό. Γιατί ήμουν άνδρας; Όλη μέρα κάνω φιλότιμες προσπάθειες να θυμηθώ το όνομα της κοπέλας, μου φάνηκε τόσο οικείο… Άντζελα Πέτρου. Κάτι μου λέει αυτό το όνομα; Σκέφτομαι. Ξεκινάω να ψάχνω και διαπιστώνω ότι όντως αυτή η κοπέλα δολοφονήθηκε.  Αυτό το απαίσιο όνειρο επαναλαμβάνεται και αυτό κοντεύει να με τρελάνει. Αποφασίζω να πάω σε ένα ψυχολόγο για να με βοηθήσει, μέσω μιας φίλης που μου συστήνει. Είμαι απέναντι στον ειδικό και αρχίζει:

«Καλησπέρα σας, τι είναι αυτό που σας απασχολεί και ήρθατε εδώ;» 

«Με λένε Χαρούλα και μετά από ένα μήνα από το νοσοκομείο και βλέπω κάτι φρικτούς εφιάλτες.»

«Ήσασταν στο νοσοκομείο; Ξέρετε ότι είναι μια τραυματική εμπειρία; Για ποιο λόγο ήσασταν εκεί;»

«Ναι, για μεταμόσχευση ματιών…»

«Πως νιώθετε για αυτό;»

«Είμαι κάπως φοβισμένη ακόμη.»

«Λογικό, ξέρετε τον δότη, ποιος ήτανε;»

«Όχι, δυστυχώς.»

 «Ένα μήνα τώρα, βλέπω στον ύπνο μου έναν εφιάλτη και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Σκέφτομαι ότι ο κάτοχος των ματιών  να είναι δολοφόνος; Σε μια από τις γυναίκες που σκότωνε λέγεται: Άντζελα Πέτρου. Και είναι θύμα.»

«Καταρχάς, ηρεμήστε… Προφανώς το είδατε στις ειδήσεις και είναι κάτι που σας έχει εντυπωθεί. Είναι θέμα ψυχολογικό. Μην ανησυχείτε!»

 «Δεν νομίζω, πιστεύω ότι κάτι άλλο συμβαίνει…»

Οι απαντήσεις που μου έδωσε ο γιατρός δεν με έχουν καλύψει, όποτε αρχίζω να καταγράφω ότι βλέπω στο όνειρό μου μήπως μέσα από αυτά που γράφω βρω τις απαντήσεις που θέλω να απαντηθούν. Διαβάζοντας άρθρα για αυτούς τους φόνους διαπιστώνω μια ατέλεια… Όλοι λένε ότι τις σκότωνε με τα χέρια του αλλά της αποτελειώνει με ένα κασκόλ κάθε φορά, και λένε όλοι ότι είναι των γυναικών αλλά ξέρω ότι είναι δικό του και τα αφήνει εκεί. Δυστυχώς δεν καταφέρνω τίποτα μόνο που όπως σκέφτομαι το όνειρό μου, το αριστερό καρπό έχει ένα τατουάζ, ένα περιστέρι. Έτσι λέω, να πάω στην αστυνομία!

«Καλησπέρα σας…»

«Γεια σας, σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»

«Πιστεύω ότι έχω βρει την λύση κάποιων δολοφονιών…»

«Τι εννοείτε;»

«Ο δολοφόνος που σκότωνε τις γυναίκες στο κέντρο.»

«Τι λέτε; Ο δολοφόνος είναι στην φυλακή ήδη.»

«Τις σκότωνε με κασκόλ, και όχι με τα χέρια του…»

«Από τα ξέρετε;»

«Το βλέπω στον ύπνο…»

Ο αστυνόμος αρχίζει να γελάει…

«Δεν νομίζω ότι αυτά που αναφέρετε έχουν καμιά σημασία.»

«Πίστεψε με, ο δολοφόνος δεν είναι αυτός που είναι στην φυλακή, ο πραγματικός είχε το αριστερό καρπό ένα τατουάζ, ένα περιστέρι.

Η Χαρούλα φεύγει προσπαθώντας να ηρεμήσει, ξέροντας ότι ο εφιάλτης θα επιστρέψει.

14.3.24

5Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: ΤΟ ΠΟΤΡΕΤΟ


 

Ήρθε το Σαββατοκύριακο που ανυπομονούν οι περισσότεροι, οι σκέψεις μου διαδέχονται η μια με την άλλη. Έχουν πέρασαν δυο μήνες από το θάνατο της αγαπημένης μου νονάς  και είμαι ακόμα συντετριμμένη και να μην έφτανε μόνο αυτό και δεν έχω συνειδητοποιήσει το χωρισμό μου με τον Αλέξη, με τον οποίο ονειρευόμουν να κάνω οικογένεια και αποφάσισε να με παρατήσει παρόλο αυτά δεν έχει σταματήσει καμία διαδικασία για το γάμο και αυτό με έχει τρελάνει… αποφασίζω να βάλω μουσική για να ξεχαστώ. Ξαφνικά όταν πιάνω μια συχνότητα που θέλω ακούω την φωνή της Χάρις και μου έρχεται στο μυαλό εκείνην… Πάλι ευαισθησίες. Την αγαπούσα πολύ την Ευδοξία ήμασταν πολύ δεμένες μεταξύ μας. Την έλεγα τα μυστικά μου και με καθοδηγούσε εκείνην, βγαίναμε, περνούσαμε ώρες μαζί. Ήταν σαν δεύτερη μητέρα μου… Τις σκέψεις μου διακόπτει το τηλέφωνο.

«Κορίτσι μου, καλησπέρα!»  μου λέει μητέρα μου

«Γεια σου...»

«Σε πήρα  τηλέφωνο για να σε ενημερώσω ότι θα γίνει το άνοιγμα της διαθήκης της Ευδοξίας και πρέπει να πας παιδί μου.»

 «Δεν με ενδιαφέρουν τα υλικά αγαθά ότι ήταν να μου δώσεις η νονά μου το πήρα, δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.»

«Μη λες χαζομάρες Εύη σε παρακαλώ μπορεί να σου έχει αφήσει δώρο γάμου!»

Κάνεις δεν γνώριζε για τον χωρισμό της με τον Αλέξη έγινε λίγες μέρες μετά το θάνατο της νονάς μου ήμουν διαλυμένη δεν μπορούσα να βάλω το μυαλό μου σε μία σειρά ήλπιζα βαθιά μέσα μου ότι όλο αυτό ήταν ένα μικρό διάλειμμα και θα άλλαζε γνώμη και θα γυρίζει πίσω σε μένα.

«Είσαι εκεί παιδί μου; Με ακούς;»

«Εδώ είμαι...»

«Αν δεν πας εσύ θα τηλεφωνήσω εγώ στον Αλέξη και θα πάω μαζί του να το ξέρεις.

«Καλά, θα τον επισκεφτώ. Δώσε μου διεύθυνση και τηλέφωνο…»

 ΔΥΟ 24ΩΡΑ ΕΠΕΙΤΑ

Βρισκόμουν στο προθάλαμο  έξω από το γραφείο του συμβολαιογράφου με καλωσόρισες και μπήκε στο γραφείο του, εκείνη την ώρα είδα τα ανίψια της Ευδοξίας να  είναι ήδη στο γραφείο: ο Πέτρος, και η Αλίκη και μετά έρχεται και η Δωροθέα.

«Γεια σου Εύη…» μου είπε μέσα από τα δόντια της.

«Γεια σου Δωροθέα.»

«Βλέπω και εσείς εδώ… όλοι προσδοκάτε για το σπίτι αλλά εγώ το δικαιούμαι.»

«Σοβαρά; Όλοι έχουμε δικαιώματα σαν ανίψια της.» πετάχτηκε ο Πέτρος.

«Έχει δίκιο ο Πέτρος.» λέει η Αλίκη

«Εσύ τι το χρειάζεσαι το σπίτι, με τόσα χρήματα που έχει ο πρώην  άνδρας σου;» ρωτάει η Αλίκη.

«Θα το κρατήσω για εξοχικό, θα το δώσω για αντιπαροχή!»

Ο συμβολαιογράφος μας είπε να περάσουμε και να ξεκινάει την ανάγνωση της διαθήκης, όλοι την ακούμε με προσοχή και τώρα αναφέρει τον όρο για να πάρει κάποιος το σπίτι:

«Να έρθει το σπίτι σε έναν από σας, πρέπει να έχετε βρει την αληθινή αγάπη.»

«Αυτό είναι παράλογο…»

«Αυτός είναι ο ορός και δεν αλλάζει. Κυρία Γιατράκου, έχετε χωρίσει σωστά;»

«Μάλιστα, ο κύριος Γκέκος είναι ομοφυλόφιλος και η Αγγελοπούλου Αλίκη είναι ελεύθερη άρα η Κυρία Πάνου, από όσο γνωρίζω είστε αρραβωνιασμένη αλλά έχετε τις προϋποθέσεις οπότε το σπίτι σου ανήκει. »  

Αρχίζουν να αντιδρούν αλλά δεν με νοιάζει. Βαθιά μέσα μου ξέρω ότι δεν την εξαπατώ την νονά μου, γιατί ο Αλέξης ήταν και θα είναι πάντα η αγάπη της ζωής της. Εξάλλου με πήρε τηλέφωνο ο αγαπημένος μου και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα τα βρούμε. Τελικά το σπίτι πέρασε στην κατοχή μου και πηγαίνω  να εγκατασταθώ εκεί. Ζητάω δύο μέρες άδεια από την δουλειά της για να μπορέσω να μπω στο νέο του σπίτι με ηρεμία. Όλα θύμιζαν την Ευδοξία σε αυτό το σπίτι κάτι που συγκινεί πάρα πολύ.

ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕΤΑ.

Η ησυχία που υπάρχει  μέσα στο σπίτι με έχει  κάνει να νιώσω πολύ οικία με το περιβάλλον. Ένα βράδυ αποφασίζω να κοιμηθώ δίπλα στο τζάκι. Μέσα στο βαθύ ύπνο μου, βλέπω  το πορτρέτο να κουνιέται και με ξυπνάει η φλόγα του τζακιού παρατηρώ τη γυναίκα μέσα από το πλαίσιο να μου λέει:

«Είπες ψέματα! Και αυτό το ψέμα πληρώνονται μόνο με αίμα… εάν μέχρι τις 15 Αύγουστου δεν έχεις βρει την αληθινή αγάπη θα πεθάνεις εσύ και τα αγαπημένα σου πρόσωπα που αγαπάς.»

Πετάγομαι ιδρωμένη από τον καναπέ και αναστατωμένη...

«Ήταν εφιάλτης Παναγία μου!» αναφωνώ.

 Ξαφνικά ακούγεται και μία φωνή από το πουθενά: «θα πεθάνεις!» Την ίδια στιγμή ανοιγοκλείνουν οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού…

6.3.24

4Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

 



 

Ήταν αρχές Αυγούστου και ο μικρός Θέμης πλησίασε την λίμνη…  ήταν θυμωμένος που  δεν  τον αφήναν να βουτήξει στα συγκεκριμένα νερά. «Τέρατα και βλακείες. Είναι Αύγουστος μήνας και εγώ σκάω μέσα στο σπίτι, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι ζούμε στο 2000 και πιστεύουν ακόμη σε τέρατα.» είπε καθώς έβγαζε τα ρούχα του.

«Θα κάνω μια βουτιά και δεν θα το πάρει κανείς χαμπάρι.» ψιθύρισε και βούτηξε μέσα. Τα τελευταία λόγια ήταν αυτά.

Όταν άρχιζε να νυχτώνει και ο Θέμης δεν επέστρεψε σπίτι του οι γονείς του άρχιζαν να ανησυχούν.

«Λες να πήγε στη λίμνη;»

«Αποκλείεται, δεν είναι χαζό το παιδί μας, του έχουμε εξηγήσει τι συμβαίνει σ’ αυτά τα νερά. Άλλωστε ένας μήνας είναι ο Αύγουστος δεν καταλαβαίνω τι παθαίνουν όλοι οι έφηβοι κα έχουν όρεξη να βουτήξουν εκείνον το συγκεκριμένο μήνα;»

«Τι δεν καταλαβαίνεις μωρέ Μάνο; Έχει καύσωνα και εμείς ζούμε σ’ αυτό το τρομαχτικό μέρος. Που ξέρεις ότι δεν μπορούμε να φύγουμε, κανείς δεν μπορεί. Αν έχει πάθει κάτι το παιδί θα πέσω και εγώ μέσα.»

«Άσε τις βλακείες, έχεις άλλα τέσσερα παιδιά.»

 Η οικογένεια του παιδιού τον έψαχνε, και τον φώναζε κάλεσαν και η αστυνομία και μαζί της ξεκίνησαν τις έρευνες μέχρι που βρήκαν τα ρούχα του κοντά στα νερά της λίμνης. Κατάλαβαν τι είχε συμβεί η μητέρα του ήταν απαρηγόρητη… Έκλαιγε καθισμένη στην λίμνη κρατώντας τα ρούχα του.

1 ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ.

Ο Γιάννης και η Νικολέτα περνούσαν κοντά από την λίμνη.

«Μην πας κοντά…» είπε το κορίτσι στο αγόρι.

«Μην μου πεις ότι τα πιστεύεις αυτά;»

Δεν θυμάσαι πέρσι πως εξαφανίστηκε;»

«Εγώ πιστεύω ότι έφυγε με καμιά γκόμενα και τα κουκουλώνουνε.»

«Λες βλακείες! Δεν θα άφηνε κανένα σημείωμα; Γιατί να το λένε αυτό;»

«Προσπαθούν να μας κρατήσουν στα όρια τους δεν καταλαβαίνεις; Κλασικοί γονείς.»

«Μπορείς να μην πηγαίνεις εκεί κοντά;»

«Να σου δείξω ότι δεν έχει τίποτα.»

«Και αν υπάρχει;»

«Έλα βρε αγάπη μου, μην κάνεις σαν φοβισμένο παιδί… Τι λες να κάνουμε ένα κρύο μπάνιο οι δυο μας μέσα στη λίμνη; Θα είναι ωραία θα δεις!»

«Κόψε τις αηδίες αν θες να με ξανά δεις εγώ φεύγω…»

«Έλα, μην νευριάζεις, θα έρθω και εγώ μαζί σου. Πλάκα σου έκανα.» είπε και την ώρα που γύρισε , πέταξε μια πέτρα νευριασμένος στη λίμνη.

Την ώρα που έφευγε άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, σαν παφλασμό… Πόσες πιθανότητες αυτό το τέρας να ήταν αληθινό; Μήπως θα έπρεπε να ακυρώσει την εξόρμηση που είχε κανονίσει με τους φίλους του το βράδυ…

 

4.3.24

3Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: Ο ΑΝΔΡΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΑΡΤΙΝΑ

 


Είμαι τόσο ενθουσιασμένη με την αγορά του νέου μου σπιτιού, το ξέρω ότι δεν είναι κάτι σημαντικό αλλά για εμένα που είμαι στα 30 μου έχω καταφέρει να έχω το πρώτο μου οίκημα είναι μεγάλη υπόθεση. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης είχε φύγει βιαστικά και μαζί με το σπίτι πούλησε και τα έπιπλά του, και αυτό είναι κάτι που με έχει βολέψει...  Καθώς μπόρεσα είχα δώσει τις τελευταίες μου οικονομίες για την ανακαίνιση την κάνω μόνη μου. Θα ήθελα να μπορέσω να ξηλώσω τα πατώματα αλλά δεν είναι καιρός ακόμη. Στο δεύτερο δωμάτιο, υπάρχει μια ντουλάπα που τα φύλλα της ντουλάπας πρέπει να τις αντικαταστήσω.

Ανακαλύπτω ένα μπαούλο κρυμμένο πολύ μέσα στην ντουλάπα κάτω από μια γυψοσανίδα δύσκολα κάποιος να το δει  και κλειστό με μια  περίεργη κέρινη σφραγίδα, μετά από πολλές προσπάθειες του ανοίξω: βρίσκω πολλές φωτογραφίες ένα βιβλίο γραμμένο στα γερμανικά, πρέπει να είναι ρομάντζο το καταλαβαίνω από το παθιασμένο φιλί που φαίνεται στο εξώφυλλο, δυστυχώς είναι στα γερμανικά όποτε θα μου είναι άχρηστο. Ένα ρολόι που είναι σταματημένο και να δείχνει στις 3,  ένα ημερολόγιο που είναι γραμμένο το μισό στα γερμανικά και το μισό στα ελληνικά… και κάτι γυναικεία ρούχα υποθέτω ότι είναι της γυναίκας του ιδιοκτήτη και στον πάτο του μπαούλο βλέπω ένα κλάμερ, το πιάνω στα χέρια μου είναι πάρα πολύ ωραίο πιστεύω ότι ταιριάζει πολύ με την μπλούζα μου και το τοποθετώ στα μαλλιά μου και συνεχίζω να ψάχνω όταν ξαφνικά, κλείνει αυτόματα η πόρτα του δωματίου. Το παράθυρο ανοίγει και οι ριπές του ανέμου μπαίνουν μέσα στο χώρο.

«Τι συμβαίνει; Πριν από μίση ώρα είχε λιακάδα ο καιρός; Νομίζω ότι έχω δει πολλά θρίλερ» αναρωτιέμαι και κλείνω το παράθυρο και βγαίνω.

Η υπόλοιπη μέρα κυλάει φυσιολογικά, εκτός από την πόρτα του υπογείου που για κάποιο λόγο όσες φορές την κλείσω την βρίσκω ανοιχτή. Πρέπει να υπάρχει κάποιος μηχανισμός που δεν έχω βρει ακόμη, ελπίζω να μην αναγκαστώ να φέρω μαραγκό. Όχι τίποτα άλλο δεν έχω κάνει ανακαίνιση στο υπόγειο και φοβάμαι για το τι θα βρω, ποιος ξέρεις τόσο καιρό που ήτανε κλειστό να έχει ποντίκια ή κάποιο άλλο ζωύφιο. Με κάποιον τρόπο πρέπει να την ασφαλίσω για να μπορέσω να κοιμηθώ το βράδυ , η ιδέα ότι θα βγει κάτι από εκεί μέσα με ανατριχιάζει… Το βράδυ ξυπνάω από μεγάλο κρότο και τρέχω αλαφιασμένη και κατεβαίνω τις σκάλες να δω τι έχει συμβεί και βρίσκω στην εξώπορτα του σπιτιού ανοιχτή!

«Πως στην ευχή ανοίγουν οι πόρτες και τα παράθυρα μόνα του;» λέει.

Ξαφνικά ακούω ένα γέλιο και βλέπω έναν άνδρα να βγαίνει από το σπίτι.

Ε, Στάσου! Τι κάνεις εδώ μέσα; Αυτό το σπίτι είναι δικό μου!» του φωνάζω. Ξαφνικά μπροστά στα μάτια μου βρέθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο αμέσως και με κοιτάει, αυτό δεν είναι ανθρωπίνως δυνατόν να συμβεί και πηγαίνω και εγώ κοντά του.

«Θα καλέσω την αστυνομία αν ξανά έρθεις!»

Λίγο πριν ολοκληρώσω την τελευταία μου φράση διαπιστώνω ότι ο άντρας με τον οποίον συνομιλώ είναι ίδιος με τη φωτογραφία που έχω δει στο σεντούκι και η πόρτα έκλεισε αυτόματα στα μούτρα της. Την επόμενη μέρα καλώ τον μεσίτη ουρλιάζοντας που έχω αγοράσει το σπίτι και του λέω:

«Μου είχατε πει ότι οι κλειδαριές είχαν αλλαχτεί. Πως ήταν δυνατόν ο πρώην ιδιοκτήτης, να έχει κλειδί και να μπαίνει στο σπίτι μου;  Να τον ενημερώσετε αν συνεχίσει, θα του κάνω μήνυση.»

«Αυτό  που λέτε είναι αδύνατο να συμβαίνει κυρία Θάνου.»

«Μα αφού τον είδα χθες μπήκε στο σπίτι μου.»

«Μήπως είδατε κάποιον εφιάλτη;

 «Πώς τολμάτε; Μπορώ άνετα να ξεχωρίσω το ζωντανό από το μη ζωντανό.»

  Τώρα που λέτε για μην ζωντανό. Ο πρώην ιδιοκτήτης έχει πεθάνει.»

 «Τι εννοείται;»

«Νομίζω ότι το ξέρατε.»

«Από πού να το γνωρίζω;»

«Έχει πεθάνει και το σπίτι το κληρονόμησαν τα παιδιά του και μετέπειτα το πούλησαν οπότε αποκλείεται να συνέβη αυτό που είπατε.»

«Μπορεί όμως να ήταν τα παιδιά του;»

«Μένουν μόνιμα στην Καλιφόρνια στην Αμερική οπότε ούτε αυτό, υπάρχει περίπτωση να έχει γίνει. Θα σας δώσω τα τηλέφωνό τους να επικοινωνήσετε μαζί τους.»

Μετά από δευτερόλεπτα καλεί στον αριθμό που έχει στα χέρια της… Καλώ τον γιο του στην Καλιφόρνια δεν χάνω χρόνο.

«Hello…»

«Γεια σας.»

«Καλημέρα, τηλεφωνώ από Ελλάδα.»

«Είστε ο γιος του κύριου Κωστόπουλου;»

«Μάλιστα… και τι θέλετε;»

«Έχω αγοράσει του πατέρα σας.»

«Ωραία, τι συμβαίνει δεν καταλαβαίνω; Νομίζω ότι το διευθετήσαμε αυτό το θέμα;»

«Συμβαίνει κάτι περίεργο…»

«Δηλαδή;»

«Νομίζω ότι είδα τον πατέρα σας, μέσα στο σπίτι.»

«Αυτό που δεν γίνεται, ο πατέρας μου έχει πεθάνει.»

«Συγνώμη που θα ρωτήσω αλλά πως πέθανε;»

«Μπήκανε κάποιοι ληστές και σκότωσαν και την μητέρα και τον πατέρα μου, δεν τους αρκούσε να πάρουν πράγματα αξίας μόνο.»

«Εννοείται ότι πέθανε σε αυτό το σπίτι;»

«Ναι…»

«Που;»

«Στο δεύτερο δωμάτιο, που είναι σαν σοφίτα.»

«Τι δουλειά είχε εκεί;»

«Δεν γνωρίζω να σας πω. Έτσι έγινε.»

Στην σοφίτα; Το σεντούκι…

22.8.23

2 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

 


Με τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια της, η Φιόνα ξεκίνησε μια βόλτα μαζί με τον αγαπημένο της. Περπάτησαν μέσα από το δάσος που απλωνόταν μπροστά τους, προσπαθώντας να αποτυπώσουν την ομορφιά της φύσης. Αυτή ήταν μια συνήθεια που ακολουθούσαν μία φορά την εβδομάδα και απολάμβαναν και οι δύο. Ο αγαπημένος της παρατηρούσε την Φιόνα καθώς κινούταν ανάμεσα στα δέντρα, τα μαλλιά της έπεφταν στα μάτια της και την εκνεύριζαν, αλλά αυτό το μικρό ατύχημα το έβρισκε γοητευτικό και χαμογελούσε. Εν τω μεταξύ, η Φιόνα ήταν τόσο εμπορευμένη με τη δουλειά της που αφοσιώθηκε σε αυτήν, βυθίζοντας τον εαυτό της στον κόσμο της φωτογραφίας και της φύσης.

Ξαφνικά, η ομορφιά της ημέρας διακόπηκε από μια απροσδόκητη καταιγίδα. Οι βροχές έπεφταν τόσο έντονα που ο δρόμος προς το σπίτι γίνεται ανέφικτος. Οι αστραπές άρχισαν να φωτίζουν τον ουρανό και οι δύο νέοι βρέθηκαν απροετοίμαστοι, ψάχνοντας απεγνωσμένα για καταφύγιο. Τότε, το βλέμμα της Φιόνας έπεσε πάνω σε ένα μικρό σπιτάκι. Είδαν την καμινάδα που καπνίζει και σκέφτηκαν ότι εκεί μπορεί να βρουν καταφύγιο από τη βροχή. Ο Θέμης, ωστόσο, αντιμετώπιζε έναν εσωτερικό τρόμο. Κάτι τον σταματούσε από το να πλησιάσει το σπίτι. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά κάτι στην ύπαρξή του τον παρακρατούσε από το να το επισκεφτεί. Η καταιγίδα όμως δεν του άφηνε πολλές επιλογές και αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη Φιόνα προς το μυστηριώδες σπίτι. Το σπίτι φαινόταν παλιό και εγκαταλελειμμένο. Η μυρωδιά από το τζάκι κυριαρχούσε, αλλά αυτό που τους έκανε να παγώσουν ήταν η άνευ προηγουμένου ησυχία. Καμία ανταπόκριση από την πόρτα όταν χτύπησαν, μόνο ο ήχος του ανέμου και της βροχής τους αντήχησε. Σταμάτησαν για λίγο, ακούγοντας τον θρόισμα ενός κλαδιού να χτυπάει το παράθυρο. Όμως, από ό,τι φαινόταν, δεν υπήρχε κανείς μέσα. Η αγωνία αυξανόταν, και τελικά, αποφάσισαν να εισέλθουν μέσα στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, γεμάτη με έναν περίεργο συνδυασμό μυρωδιών, από την καμένη ξύλα και τον αχνό του τζακιού μέχρι την αποκρουστική μυρωδιά του αίματος. Ο Θέμης αντιμετώπιζε μια αίσθηση απόστασης, σαν να μην ανήκε σε αυτόν τον χώρο. Μετανιωμένος, αλλά αναγκασμένος, προχώρησε βαθιά στο σπίτι μαζί με τη Φιόνα. Τα βήματά τους ηχούσαν δυνατά μέσα στη σιωπή, αποκαλύπτοντας την έρημη και σκοτεινή ατμόσφαιρα του μέρους. Ο Θέμης αντιμετώπιζε μια αίσθηση απόστασης, σαν να μην ανήκε σε αυτόν τον χώρο. Μετανιωμένος, αλλά αναγκασμένος, προχώρησε βαθιά στο σπίτι μαζί με τη Φιόνα. Τα βήματά τους ηχούσαν δυνατά μέσα στη σιωπή, αποκαλύπτοντας την έρημη και σκοτεινή ατμόσφαιρα του μέρους. Καθώς περπατούσαν, τα βήματα τους κοντινότερα στο θύμα που βρίσκονταν στο πάτωμα, η Φιόνα έκανε ένα ανατριχιαστικό εύρημα. Το φωτογραφικό φλας της αναδείκνυε ασαφώς τις κηλίδες αίματος που διασκορπίζονταν γύρω. Τα δυο νεαρά άτομα παγώνουν στο σημείο, αντιλαμβανόμενα ότι κάτι ανήμερο συνέβη σε αυτό το μέρος. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν σαν αιώνες, καθώς προσπαθούν να επεξεργαστούν αυτό που βλέπουν.

Ξαφνικά, όμως, η σιωπή διακόπτεται από έναν ανατριχιαστικό ήχο. Το παράθυρο χτυπάει δυνατά από τον άνεμο, και το θόρυβο ακολουθεί η σιγή. Κάτι είναι εκεί έξω, αλλά δεν είναι φυσιολογικό. Μια φωνή αντηχεί μέσα στο μυαλό τους, καθώς αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τον εφιάλτη που έχει ξυπνήσει: «Εγκλήματα, θάνατος, μυστήριο...» Οι σκέψεις τους είναι αδιακρίτως διακομμένες από ήχους και εικόνες που διεισδύουν στην πραγματικότητα τους. Και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, οι σκιές πλησιάζουν. Ένα άγνωστο χέρι χτυπάει από πίσω, και όλα γίνονται σκοτεινά... Όταν ξανακοιτάνε, βρίσκονται χαμένοι στο σκοτάδι, αμήχανοι και φοβισμένοι. Το φεγγάρι αναδύεται ανάμεσα στα σύννεφα, φωτίζοντας αργά το τοπίο. Η Φιόνα και ο Θέμης αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την ανεξήγητη κατάσταση που βρίσκονται. Το σκοτάδι γύρω τους αποκαλύπτει σιγά-σιγά τα περίγραμματα του μέρους. Το πρώτο που προσέχουν είναι η αίθουσα στην οποία βρίσκονται, η οποία φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια. Τα έπιπλα είναι σκεπασμένα από σκόνη, το ξύλινο δάπεδο είναι τραχύ και σκοτεινό, και η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη με ανακολουθίες και αγωνία. Οι δύο νέοι αναζητούν εξηγήσεις, αλλά ο κόσμος γύρω τους φαίνεται να έχει αλλάξει. Οι πόρτες και τα παράθυρα εξαφανίζονται, αφήνοντάς τους παγιδευμένους σε αυτό το παράξενο χώρο. Κάθε προσπάθειά τους να φύγουν ανατρέπεται, καθώς φαίνεται να μην υπάρχει έξοδος. Καθώς η νύχτα εξελίσσεται, η αγωνία τους εντείνεται. Σκιές και φάντασματα φαίνεται να περνούν από το σκοτάδι, και ο ήχος αδιάκριτων βημάτων ακούγεται γύρω τους. Τα νεύρα τους είναι τεταμένα, και η απελπισία αρχίζει να τους συνεπικαλεί. Μέσα στον αγώνα τους να βρουν απαντήσεις, εκείνο που τους συγκλονίζει είναι το αίμα. Στο πάτωμα της αίθουσας, βρίσκουν σημάδια αίματος, χνούδια που μοιάζουν να σχηματίζουν περίεργα μοτίβα. Οι εικόνες που σχηματίζονται από τα σημάδια είναι τρομακτικές και αποκαλύπτουν μια ιστορία βίας και τραγωδίας. Καθώς η νύχτα προχωράει, η τρομακτική ατμόσφαιρα γίνεται ανυπόφορη. Ο χρόνος φαίνεται να έχει σταματήσει, και οι δύο νέοι αναρωτιούνται αν θα βγουν ποτέ από αυτήν την εφιαλτική πραγματικότητα.


1Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΟΜΟΥ: ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

 




Ο Αποστόλης και οι τρεις αγαπημένοι του φίλοι, ο Πέτρος, ο Θάνος και ο Λάκης, είχαν περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί όλοι μαζί. Εξαιτίας του αυξημένου φόρτου εργασίας, είχαν αναγκαστεί να παραμείνουν μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν λοιπόν μια ευκαιρία που δεν θέλησαν να χάσουν, και γι' αυτό αποφάσισαν να οργανώσουν μια μονοήμερη εκδρομή για να απολαύσουν την παρέα τους και να ξεκουραστούν, όπως είχαν συνηθίσει να κάνουν. Όσο ταξίδευαν, οι φίλοι του Αποστόλη τραγουδούσαν δυνατά και τον πείραζαν με πολύ κέφι. Αυτός, ωστόσο, είχε την προσοχή του στραμμένη στο δρόμο και δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα πειράγματα των φίλων του. Καθώς περνούσε ο χρόνος, η ομίχλη άρχισε να πυκνώνει και ο οδηγός αναγκάστηκε να επιβραδύνει την ταχύτητα του αυτοκινήτου.

Αντιλαμβανόμενος τα σύννεφα που συσσωρεύονταν στον ουρανό, συνειδητοποίησε ότι μια καταιγίδα ήταν πιθανό να ξεσπάσει σύντομα. Μετά από λίγο, η καταιγίδα ξεκίνησε με ορμή, και ο Θάνος πρότεινε στον Αποστόλη να σταματήσουν κάπου μέχρι να περάσει η κακοκαιρία. Ωστόσο, ο Αποστόλης αποφάσισε να συνεχίσουν τη διαδρομή τους, διατηρώντας την αποφασιστικότητά του. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν μόνο η καταιγίδα. Απρόσμενα, μια αστραπή έπληξε μια κολόνα της ΔΕΗ, διακόπτοντας τον δρόμο μπροστά τους. Αντιδρώντας με γρήγορη ενέργεια, ο Αποστόλης προσπάθησε να αποφύγει την κολόνα και κατέληξε να αναποδογυρίσει το αυτοκίνητο σε ένα χωράφι απέναντι. Στο πρώτο δευτερόλεπτο της αναποδογυρισμένης κατάστασης, οι φωνές της παρέας σμίγηκαν με τον θόρυβο της καταιγίδας. Κανείς από τους περαστικούς δεν είχε μαντέψει τι συνέβαινε, παρότι ήταν μεσημέρι και βρίσκονταν σε έναν κεντρικό δρόμο. Η καταιγίδα συνέχιζε να μαίνεται γύρω τους, και οι νεαροί φίλοι βρέθηκαν αναίσθητοι μέσα στο αυτοκίνητο Ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα όταν η βροχή επιτέλους έλαβε τέλος. Το σκοτάδι της νύχτας επικρατούσε και οι νέοι αρχίζοντας να ανακτούν τις αισθήσεις τους, βρέθηκαν δεμένοι μέσα στο αυτοκίνητο. Η αστραπή και οι αναποδογυρισμένες συνθήκες είχαν αφήσει τα σημάδια τους, αλλά ευτυχώς κανείς δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Ο Αποστόλης άρχισε να ξυπνά από τις αισθήσεις του και προσπάθησε να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη. Καθώς έψαχνε να θυμηθεί, αντιλήφθηκε ότι ήταν δεμένος και ανίκανος να κινηθεί. Στην περιφέρειά του, οι φίλοι του ήταν ακόμα αναίσθητοι, ενώ η καταιγίδα είχε κοπάσει και το σκοτάδι επικρατούσε.

Ξαφνικά, η σιωπή του σκοτεινού τοπίου διακόπηκε από τον ήχο του κινητήρα ενός αυτοκινήτου. Ένα ζευγάρι προσεγγίζει το αναποδογυρισμένο όχημα και σταματά. Ένας άνδρας και μια γυναίκα καταλαβαίνουν ότι κάτι σοβαρό έχει συμβεί και αποφασίζουν να ελέγξουν την κατάσταση. Η γυναίκα, με σγουρά μαλλιά και στρατιωτικές μπότες, αλλά και με ένα αυστηρό χαμόγελο στα χείλη, πλησιάζει το αυτοκίνητο. Παρατηρεί προσεκτικά τους νεαρούς φίλους και αναγνωρίζει τα σημάδια της περιπέτειας που είχαν περάσει. Ο άνδρας, ολίγον ανήσυχος, παίρνει μια πέτρα και σπάει το μπροστινό παρμπρίζ. Τότε αποκαλύπτεται η εικόνα των τεσσάρων νέων αγοριών, ακόμα αναίσθητων. Ο Αποστόλης ξυπνάει ανακαταταραγμένος και αντιλαμβάνεται την παρουσία του ζευγαριού. Οι φίλοι του, όμως, παραμένουν αναίσθητοι, και η αγωνία για την κατάστασή τους αυξάνεται. Η γυναίκα πλησιάζει τον Λάκη και τον χαϊδεύει απαλά, ενώ ο Αποστόλης ρωτάει με έντονη φωνή ποιοί είναι και τι θέλουν από αυτούς. Η αγανάκτηση των φίλων του αυξάνεται, καθώς οι περίεργοι ξένοι μπήκαν απροκάλυπτα στην προσωπική τους σφαίρα.

«Είναι ελπίζω η διαμονή σας εδώ να είναι ήρεμη,» απαντά η γυναίκα με μια πικρή δόση χιούμορ. Ο Αποστόλης παρατηρεί την ανεπηρέαστη στάση της γυναίκας, αλλά και τον άνδρα που πλησιάζει με αποφασιστικό βήμα.

«Ποιοί είσαστε; Τι κάνετε εδώ;» φωνάζει ο Αποστόλης, αγανακτισμένος από την απρόσκλητη παρέμβαση.

«Δεν έχει σημασία ποιοί είμαστε,» απαντά ο άνδρας, πλησιάζοντας το αυτοκίνητο.

«Σημασία έχει τι πρόκειται να γίνει τώρα.» Οι νέοι φίλοι αναγκάζονται να παρακολουθήσουν άφωνοι την σκηνή να εξελίσσεται μπροστά τους.

Η γυναίκα αρχίζει να ετοιμάζει ένεσες και νυστέρια, ενώ ο άνδρας πλησιάζει τον Λάκη.

«Τι πρόκειται να κάνετε;» φωνάζει ο Λάκης, πανικόβλητος από την αναμενόμενη αντίδραση τους.

«Θα φροντίσουμε να μην ξυπνήσετε,» απαντά η γυναίκα, χαμογελώντας με τρομακτικό τρόπο.

Οι νέοι φίλοι προσπαθούν να κινηθούν, να φωνάξουν, να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που τους περιβάλλει, αλλά η αδυναμία των δεσμών τους τους κρατά απόλυτα ανίκανους. Ο Αποστόλης, βασανισμένος από την αδυναμία του να αντιδράσει, αποφασίζει να κάνει το καλύτερο που μπορεί. Αφού εξακολουθεί να καθίζει δεμένος, επικεντρώνεται σε μια αγνώστου προοέλευσης δύναμη που φαίνεται να απομονώνεται μέσα του. Με κάθε ίνα της ψυχής του, προσπαθεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά. Ξαφνικά, αυτό που δεν περίμενε συμβαίνει. Η δύναμη αυτή εκρήγνυται από μέσα του, και μια ισχυρή ηλεκτρική αύρα εκπέμπεται γύρω του. Οι δεσμοί που τον κρατούσαν αναίσθητο αρχίζουν να χαλαρώνουν και να απελευθερώνονται. Ο Αποστόλης, αισθανόμενος την ενέργεια να διαπερνά το σώμα του, αρχίζει να ανακτά την κίνησή του. Με εξαιρετική αποφασιστικότητα, ανασηκώνεται και προσπαθεί να ελευθερώσει τους φίλους του. Η γυναίκα και ο άνδρας, αφού παρατηρούν την απροσδόκητη αναζωογόνηση του Αποστόλη, αρχίζουν να πανικοβάλλονται. Η αρχική τους αυτοπεποίθηση στρεβλώνεται, και βιάζονται να φύγουν από το σημείο. Ο Αποστόλης, αποκτώντας τον έλεγχο των αισθήσεών του, αναλαμβάνει δράση. Χρησιμοποιώντας την ανανεωμένη ενέργειά του, απελευθερώνει τον εαυτό του και στη συνέχεια τους τρεις φίλους του από τα δεσμά που τους κρατούσαν παγιδευμένους. Αφού ελευθερωθούν, όλοι τους αντιμετωπίζουν την αγνώστου προέλευσης ζευγάρι που είχε επιτεθεί σε αυτούς. Ο Αποστόλης περιγράφει το πώς κατάφερε να απελευθερωθεί και να επαναφέρει την κίνηση στους φίλους του.

«Δεν ξέρω ποιοι είσασταν και τι θέλατε από εμάς,» λέει ο Αποστόλης με αποφασιστικότητα, «αλλά δεν θα σας επιτρέψουμε να μας βλάψετε.»

«Ελπίζω η διαμονή σας εδώ να είναι ευχάριστη!» είπε η γυναίκα ,ξεσπώντας σε γέλια καθώς έπιασε μια σύριγγα.

«Εγώ σας φροντίζω και εσείς με βρίζετε! Τι αγενείς που είστε!» συνέχισε εκείνη. Πλησίασε τον Λάκη και τον χάδεψε μαλακά, ακουμπώντας την ένεση στο χέρι του…

«Τι θα μου κάνεις;» φώναξε το παλικάρι και μετά δεν ξανά μίλησε.

Εκείνη άρχισε να γελάει δυνατά ο Αποστόλης, ο Πέτρος και ο Θάνος είχαν παγώσει, η τύχη αυτών νεαρών αγοριών ήταν στα χέρια αυτού του ζευγαριού.

 

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;