Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.12.25

«Αποχαιρετισμός χωρίς αντίο» ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 



«Αποχαιρετισμός στον Χάρη»

21-12-1988

Αδερφέ μου,

Η απόφαση να σου γράψω δεν ήταν εύκολη. Ίσως έχεις αναρωτηθεί γιατί λείπω από τα κυριακάτικα τραπέζια, γιατί οι δικοί μας αποφεύγουν κάθε κουβέντα για μένα. Ήρθε η ώρα να σου εξηγήσω, με τον φόβο ότι ίσως χάσω κι εσένα, όπως έχασα εκείνους.

Από μικρός ήσουν το αστέρι της οικογένειας. Το παιδί-πρότυπο. Σε ζήλευα, το παραδέχομαι. Όμως τώρα πια καταλαβαίνω την αξία του να έχεις αδέρφια. Είμαι περήφανος για σένα, και μακάρι να σου είχα μοιάσει. Ίσως τότε να είχα ανακουφίσει και την ψυχή των γονιών μας, που πάντα ήθελαν να γίνω «φτυστός εσύ». Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Ξέρω πως τούτο το γράμμα δεν θα σου φέρει χαρά. Όμως η απόφασή μου δεν αλλάζει. Την ώρα που το διαβάζεις, εγώ θα βρίσκομαι μακριά από την Ελλάδα. Ίσως για λίγο, ίσως για πάντα. Αυτό θα εξαρτηθεί από πολλά.

Όλα ξεκίνησαν στην εφηβεία. Εσύ δραστήριος, κοινωνικός. Εγώ εσωστρεφής, μοναχικός. Τα κορίτσια με πλησίαζαν, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί. Ίσως γιατί δεν κοιτούσα τον καθρέφτη μου. Και τότε, στα δεκαπέντε μου, συνειδητοποίησα κάτι που με τρόμαξε: μου άρεσαν τα αγόρια.

Πανικός. Άρνηση. Προσπάθησα να το διώξω, να το κρύψω, να το αλλάξω. Φλέρταρα κορίτσια, έπαιζα ρόλους, πάλευα με τον εαυτό μου. Χρόνια ολόκληρα. Στα είκοσι δύο μου, αποδέχτηκα ποιος είμαι. Αλλά δεν είχα το θάρρος να σας το πω.

Και τότε ήρθε εκείνο το βράδυ. Σ’ ένα μπαρ, ένα τυχαίο χτύπημα στον ώμο. Ήμουν έτοιμος να τσακωθώ, αλλά το βλέμμα του με πάγωσε. Ζεστό, αληθινό. Ο Johnny. Μιλήσαμε, γελάσαμε, ανταλλάξαμε προφίλ. Ήταν τουρίστας, από Λονδίνο. Πριν φύγει, περάσαμε ένα βράδυ μαζί. Είπα ψέματα πως θα ήμουν με μια κοπέλα. Η επικοινωνία μας συνεχίστηκε. Μετά από δύο μήνες, μου πρότεινε να τον επισκεφθώ. Είπα ψέματα στους γονείς πως θα πήγαινα σε σεμινάριο. Και πήγα.

Ήταν οι ωραιότερες μέρες της ζωής μου. Ο Johnny με έκανε να νιώσω μοναδικός. Γίναμε ζευγάρι. Όταν γύρισα, δεν είπα τίποτα. Οι γονείς μας δεν θα το δέχονταν. Η σχέση μας συνεχιζόταν, κρυφά. Μέχρι που εκείνο το βράδυ, μπήκαν ξαφνικά στο σπίτι. Μας είδαν. Ο πατέρας μας ξέσπασε. Με εξευτέλισε. Η μητέρα λιποθύμησε. Δεν με άφησαν να την βοηθήσω. Έφυγαν, λέγοντας πως δεν θέλουν να με ξαναδούν.

Ο Johnny, πληγωμένος, απομακρύνθηκε. Για δύο εβδομάδες δεν μου μιλούσε. Ήμουν ράκος. Ο πατέρας με έδιωξε από το δικηγορικό γραφείο. Η θέση μου άδειασε. Εσύ θα συνεχίσεις εκεί, όχι εγώ.

Όμως μίλησα με τον Johnny. Τα ξαναβρήκαμε. Μου πρότεινε να μετακομίσω στο Λονδίνο. Να δουλέψω, να ζήσουμε μαζί. Δέχτηκα. Για πρώτη φορά νιώθω ελεύθερος. Να αγαπώ, να υπάρχω, χωρίς φόβο.

Λυπάμαι που δεν σου τα είπα κατά πρόσωπο. Αν δεν θέλεις να με ξαναδείς, θα το καταλάβω. Θα σου στείλω μήνυμα με τη διεύθυνσή μου. Αν θελήσεις να επικοινωνήσεις, θα χαρώ. Ελπίζω να μην ξεχάσεις την αγάπη που σου έχω.

Φιλιά, Πέτρος

6.9.25

8Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:«Στο Φως του Ηλιοβασιλέματος»

 

«Στο Φως του Ηλιοβασιλέματος»

 

Φώτη,

Δυσκολεύτηκα πολύ να πάρω την απόφαση να σου γράψω. Ήθελα να σου μιλήσω, αλλά δεν μου άφησες χώρο να σε πλησιάσω. Περάσαμε όμορφες στιγμές, και νιώθω πως δικαιούμαι να ακουστεί η φωνή μου. Αν δεν ήσουν τόσο απόλυτος και πεισματάρης, ίσως να είχαμε βρει μια καλύτερη λύση. Σε αγάπησα, και με πονάει που ποτέ δεν με κατάλαβες πραγματικά.

Το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν η προδοσία. Το αναγνωρίζω. Μα ο φθόνος που δείχνεις απέναντί μου είναι άδικος. Προσπαθώ να μπω στη θέση σου, αλλά εσύ δεν το έκανες ποτέ. Κορδώνεσαι πως ήσουν ο τέλειος στη σχέση μας, όμως δεν στάθηκες ισάξιος των περιστάσεων. Αν δεν άφηνες τα πάντα στην τύχη τους, ίσως να ήμασταν ακόμη μαζί.

Ξέρω πως μ’ αγάπησες. Και εγώ σε νοιάζομαι ακόμα.

Α.

 


21.7.25

ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΘΑΥΜΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ: EAVING WAVES PUBLICATIONS με θέμα: «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ».

 

ΕΝΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΘΑΥΜΑ – ΜΠΑΚΛΗ ΓΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑ

 

Περπατάω στους διαδρόμους του νοσοκομείου κι αφού χτυπάω στο γραφείο του θεράποντα ιατρού μου, μετά λύπης του, μου ανακοινώνει ότι ο καρκίνος είναι κακοήθης… Μετά την ανακοίνωση, τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν Από κει και πέρα δεν ακούω τίποτα από αυτά που μου έλεγε ο γιατρός. Θυμάμαι ότι το έχω ξαναζήσει, ο γιατρός συνέχισε να μου λέει:

 «Ότι  είναι θεραπεύσιμο.»

«Το ίδιο είχαν πει και στη μητέρα μου.»

«Σπύρο, μην συγκρίνεις…  άλλη περίπτωση της μητέρας σου άλλη η δική σου!»

Βγαίνω στο δρόμο και αρχίζω να νιώθω μια μεγάλη εφίδρωση όπως οδεύω προς το σπίτι. Συνειδητοποιώ ότι έχω ιδρώσει, Δεν ξέρω αν είναι από την ψυχολογική μου κατάσταση ή για την θερμοκρασία που υπάρχει. Έπειτα από λίγο φτάνω στο σπίτι, Ο σπίθας λυσομανάει από την χαρά του που με βλέπει κι αυτό ενοχλεί τ' αυτιά μου, παρόλο που έχει φαγητό και νερό, δεν καταλαβαίνω τι του φταίει… ίσως ζεσταίνεται κι αυτός. Χωρίς να το πολύ σκεφτώ, εισέρχομαι μέσα στο στούντιο, πετάω τα ρούχα μου στην άκρη. Είμαι μπροστά στον καμβά της ακουαρέλας και έχω ποτίσει το πινέλο μου μπογιά από λάδι και ξεκινώ.  Αρχίζω να ζωγραφίζω το καμβά  με νεύρα. Τα χέρια μου δεν υπακούουν, κάθε πινελιά εκφράζει τα συναισθήματα μου, μετά από αυτό τον νευρικό παραλήρημα η ακουαρέλα μου μοιάζεις σαν ένα βομβαρδισμένο τοπίο Έπειτα από μία χρωματική έκρηξη… Καμία σχέση με αυτό που ξεκίνησα να σχεδιάζω, Ένα μήνα πριν,  απ τη στιγμή που έπιασα το πινέλο ήξερα ότι θα καταστρέψω τη δουλειά αλλά είναι ο μόνος τρόπος να εκτονώσω τον θυμό που έχω μέσα μου. Μετά πετάω το πινέλο από το χέρι μου, ενώ έχω λερωθεί και βγαίνω στον κήπο μου και αντικρίζω την Αθήνα από μακριά, είναι μαγικά.

Όλα μου θυμίζουν εσένα μητέρα, που τόσο γρήγορα με άφησες μόνο. Το σπίτι αυτό έχει ποτίσει από την παρουσία σου, τα χέρια σου που φρόντιζαν τα γεράνια, τα γιασεμιά, την λεβάντα, τις ορτανσίες, τα φούλια και τις γαρδένιες… Πόσο ζωντανά ήταν πριν χαθείς στα σύννεφα, δεν πιστεύω ότι μπορώ να φροντίσω όσα άφησες πίσω στην μάταια γη. Τα μάτια μου απλώθηκαν στην θέα. Πεύκα, κυπαρίσσια κι ελιές γεμίζουν τα βουνά και το βλέμμα.

Κατά βάθος δεν θέλω να πεθάνω για να μην περάσω ότι πέρασε η μητέρα μου. Οι θεραπείες την ταλαιπώρησαν πάρα πολύ, έπεσαν τα μαλλιά της και το τελευταίο διάστημα ο οργανισμός της κατέρρευσε ψυχοσωματικά. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να αντέξω όλη αυτή τη διαδικασία, όπως η μητέρα μου. Αλλά ακόμα, δεν έχω αποφασίσει τίποτα. Αργά το απόγευμα, αποφασίζω να κάνω μπάνιο και να ξαπλώσω, αφήνοντας τις σκέψεις μου να χάνονται μέσα από την προβολή μιας κωμωδίας, ελπίζοντας να ξεχαστώ. Λίγα λεπτά μετά την προβολή της ταινίας τα βλέφαρα μου έχουν βαρύνει, κι έτσι βυθίζομαι σ' έναν βαθύ ύπνο που με βοηθάει να μην σκέφτομαι απολύτως τίποτα.

Βρίσκομαι σ' ένα μέρος που δεν αναγνωρίζω, είναι μία έκταση από αμυγδαλιές ανθισμένες κι εγώ περπατάω ανάμεσά τους. Υπάρχει γαλήνη γύρω μου και ξαφνικά στο βάθος διακρίνω κάποιον να με πλησιάζει. Βέβαια στην αρχή δεν καταλαβαίνω ποιος είναι, αλλά μετά από κάποια λεπτά η φιγούρα μοιάζει με αυτή της μητέρας μου. Κοντοστέκομαι για λίγο και χαμογελάω, νιώθω ευτυχισμένος πού την ξαναβλέπω μετά από καιρό.

«Αγόρι μου...»

«Πόσο μου έλειψες»

«Και εμένα μου έλειψες πολύ αλλά δεν ήρθε η ώρα ακόμα να έρθεις κοντά μου.»

«Ίσως να έρθω πιο γρήγορα πόσο πιστεύεις μητέρα.»

«Πίστεψέ με ξέρω καλύτερα δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα.»

«Μόνο που πρέπει να κάνεις κάτι.»

«Τι είναι αυτό;»

Να πας στην Τήνο. Να πας και να προσκυνήσεις την Παναγία.

Ξέρεις ότι δεν πιστεύω μητέρα.»

Γι αυτό στο ζητάω.»

Μου λες δηλαδή ότι αρρώστησα γιατί δεν πιστεύω. Και εσύ που πιστεύεις;»

Δεν είπα ποτέ ότι ο Θεός είναι εκδικητικός αγάπη μου... Εμένα είχε έρθει η ώρα μου, εσένα δεν έχει έρθει. Και το μόνο που σου ζητάω είναι να πας εκεί, κάντο για μένα.

«Πήγαινε να ανάψεις ένα κερί, κάντο για μένα.»

Πάω να την αγκαλιάσω αλλά εκείνη κάνει πίσω.

Όχι, ακόμα. Τόσα πολλά να κάνεις στον κόσμο, ούτε καν ο ίδιος δεν μπορείς να διανοηθείς. Άλλωστε ακόμα δεν είδα εγγόνια.»

«Ρε μάνα πάντα αυτός ήταν ο καημός σου.» Γελάω...

«Γνωρίζω τι θα συμβεί και πίστεψέ με θα είναι πολύ ωραίο.»

Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω όσο πιστεύεις εσύ. Γιατί σε είσαι ακόμα εδώ, αν όλα αυτά που ξέρουμε ισχύουν γιατί σε παραμένεις;»

«Γιατί ήξερα ότι σε αυτή την δύσκολη στιγμή δεν έπρεπε να σε αφήσω μόνος σου. Μην ανησυχείς δεν είμαι φάντασμα ούτε παρακολουθώ τη ζωή σου.»

«Αλλά;»

«Αλλά το ένστικτο της μάνας δε φεύγει ποτέ ακόμα και αν είναι στον παράδεισο.

«Εκεί είσαι;»

«Είμαι κάπου που είμαι ευτυχισμένη. Άλλωστε εσύ δεν είπες ότι δεν πιστεύεις;» Γελάμε.

Ξαφνικά πετάγομαι από τον ύπνο μου λουσμένος στον ιδρώτα, προσπαθώντας να καταλάβω τί ήταν αυτό που είχα δει πριν από λίγο. Μου είχε λείψει ο ήχος της μητέρας αλλά και η παρουσία της το μυαλό μου, μου κάνει παιχνίδια επειδή ανακάλυψα ότι πάσχω από την ίδια αρρώστια με εκείνην. Το τελευταίο διάστημα ακούω για την Τήνο, και είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε αυτό το παιχνίδι της μοίρας γιατί είχε πιο σημαντικά πράγματα να κάνει, να τελειώσει το πίνακα που είχε παραγγελία. Δέχομαι ένα τηλεφώνημα, λίγες μέρες μετά.

«Γεια σου Σπύρο, πως πάει ο πίνακας; Τον χρειάζομαι» ρωτάει ο πελάτης μου.

«Γεια σας, κύριε Κάππα, το τελειώνω. Την άλλη εβδομάδα θα τον έχετε…»

«Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να έρθεις στην Τήνο. Εδώ είμαι.»

Η πτήση που μου έκλεισε ο πελάτης είναι στις 14 Αυγούστου το μεσημέρι, και επιστροφή στις 17 Αυγούστου… Όπως και το ξενοδοχείο στην πόλη είναι αρκετά αξιοπρεπές. Δεν υπάρχει σίγουρα κάτι που θα μπορούσε να μου τραβήξει την προσοχή, επειδή είμαι προκατειλημμένος από την αρχή. Κάνω το ταξίδι μόνο και μόνο για την δουλειά μου, όμως παρατηρώ την κοσμοσυρροή του κόσμου και κάποιοι πηγαίνουν γονατιστοί και να πηγαίνει προς την εκκλησία. Ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο που το κάνουν αυτό, αλλά δεν θα ασχοληθώ ιδιαίτερα. Ύστερα αφού εγκαταστάθηκα στον χώρο, βγαίνω στο μπαλκόνι του δωματίου μου και αντικρίζω το νησί. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι είναι πανέμορφο... Ησυχία αυτή την ώρα, και μπορείς ν' αγναντέψεις το απέραντο γαλάζιο, και τους γλάρους που πετούν ανάμεσα από τα σύννεφα... Η αλήθεια είναι ότι έχω μαγευτεί με τη θέα, και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από την θάλασσα και τον ουρανό που γίνονται ένα εκεί που σταματούν τα μάτια μου να βλέπουν... Μετά από λίγο αντικρίζω το ηλιοβασίλεμα. Ήταν από τις πιο όμορφες εμπειρίες να παρακολουθώ τον ήλιο να βουτάει και να χάνεται μέσα στη θάλασσα, και μία γλυκιά ψύχρα αγκαλιάζει όλο μου το σώμα και με αυτόν τον τρόπο το προετοιμάζει για τη νύχτα που θα ακολουθήσει. Για κάποιον λόγο που δεν καταλαβαίνω, νιώθω μία υπέροχη ηρεμία και γαλήνη βρισκόμενος εδώ. Ίσως η μητέρα μου είχε δίκιο που επέμεινε να επισκεφθώ το μέρος, σίγουρα αν ζούσε, θα ερχόταν κι εκείνη. Χαμογελάω πλατιά ξέροντας ότι θα μου έλεγε αυτή τη στιγμή:

«Εγώ στα ‘λεγα...εσύ δεν ήθελες να με ακούσεις.» Η φωνή της αντηχεί τις περισσότερες ώρες στο μυαλό μου, προσπαθώντας να μου δώσει κουράγιο να συνεχίσω.

Την επόμενη μέρα, αφού τοποθετώ τον πίνακα στην ειδική τσάντα, αποφασίζω να πάρω ταξί για να πάω στο πελάτη μου. Μετά από λίγο φτάνω στο προορισμό μου. Λίγο πριν χτυπήσω την πόρτα, βλέπω μια γυναίκα που είναι λευκά ντυμένη και μου λέει:

«Δεν έχεις έρθεις να με δεις!»

Πάνω που ετοιμάζω να της απαντήσω εξαφανίζεται μέσα στον ήλιο.  Ολοκληρώνεται η επίσκεψη με τον πελάτη μου και αποφασίζω να ρωτήσω εκείνον:

«Είδα μια γυναίκα που φοράει άσπρα, είναι κάποια που ζει εδώ;»

«Πως ήταν εκείνην;»

«Μακριά μαλλιά, αγγελική μορφή και ντυμένη στα άσπρα…»

«Ήτανε η Παναγία…»

Στο άκουσμα της απάντησης παθαίνω σοκ, αλλά συνεχίζω να μην πιστεύω…

«Δεν ξέρω τι σου συμβαίνει αγόρι μου, αλλά η Παναγία σου ζήτησε να πας, ακόμη και αν μην πιστεύεις. Νομίζω ότι πρέπει να πας.»

Αποφασίζω το απόγευμα να επισκεφτώ την εκκλησία. Η Τήνος συνδυάζει πολύ την παράδοση, με τη δύναμη του κοσμοπολίτικου αέρα. Γραφικά χωριά, στενά σοκάκια, βρύσες παντού που μπορείς να πιεις γάργαρο καθαρού νερό, παραδοσιακά φαγητά με πολύ καλό μαγειρεμένο φαγητό, και τούρτα διαπιστώνεις ότι το συγκεκριμένο νησί έχει ένα λεβιέ που σταματάει το χρόνο... Είναι μαγικό, δεν μπορεί να μη σε συναρπάσει. Όπως κουνιόντουσαν οι ρόδες του ποδηλάτου περνούσα ανάμεσα από τις βουκαμβίλιες που υπάρχουν, στα σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια και στα μαγαζιά, ήταν σε μένα μεγάλο στεφάνι να σε προστατεύει και να σου προσφέρει μία αίσθηση ηρεμίας αλλά και ευωδιάς ταυτοχρόνως. Ξαφνικά βλέπω δύο γλάρους να περνάνε αρκετά χαμηλά από τον ουρανό, προσφέροντας μου μία υπέροχη εικόνα, πού είναι ιδανική για φωτογραφία... Μάλλον είναι ζευγάρι, τα φτερά τους μπλέκονται το ένα μέσο από το άλλο και είναι σαν ερωτοτροπούν στον αέρα, αισθάνομαι σαν ένα μικρό παιδί που εξερευνά πάλι τον κόσμο… Απ' ότι μου ανέφεραν οι ντόπιοι κάτοικοι, 200 χρόνια είναι η συγκεκριμένη εκκλησία εδώ, και μόλις το ακούω νιώθω δέος, παρόλο που δεν πιστεύω. Αρχίζω να ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας για να μπω στο εσωτερικό της, και ξαφνικά αισθάνομαι κάτι περίεργο… Νιώθω ένα μεγάλο μέρος φορτίο ενέργειας να με περιβάλλει φτάνοντας στην πόρτα, είναι τόσο αλλόκοτο αλλά συμβαίνει. Τελικά πιστεύεις δεν πιστεύεις, πρέπει να επισκεφθείς αυτό το μέρος. Νιώθω τα πόδια μου να μουδιάζουν, επηρεασμένος από αυτή τη θετική ενέργεια πριν καν εισέλθω στον χώρο του ναού.

Εντυπωσιάζομαι από την αρχιτεκτονική του ναού και δεν μπορώ να πάρω στα μάτια μου από πάνω της αριστερά υπάρχει ένα μικρό ξωκλήσι, όπου ανάβουν τις λαμπάδες οι πιστοί ενώ από κει ξεκινούν τα μαρμάρινα σκαλιά για το εσωτερικό. Πρώτη φορά νιώθω έτσι στη ζωή μου δεν ξέρω τι να κάνω κοιτάω γύρω μου και δεν ξέρω πώς πρέπει να αντιδράσω... Το βλέμμα μου πέφτει προς τα πάνω που βλέπω τα καντηλάκια με τα τάματα προς την παναγία, που κάνουν οι πιστοί για να τις ζητήσουν να τους βοηθήσει. Είναι ένα κόσμημα για την χριστιανοσύνη, ο συγκεκριμένος ναός. Τα  πόδια μου με πηγαίνουν σε μία καρέκλα, ουσιαστικά σωριάζομαι πάνω της, γιατί νιώθω πάρα πολύ συναισθηματικά φορτισμένος... Ίσως η μητέρα μου είχε δίκιο που επέμενε να επισκεφθώ αυτή την εκκλησία, απ την άλλη βέβαια αισθάνομαι ότι θα αλλάξει; Θα σταματήσω να έχω την αναθεματισμένη αρρώστια που μου τρώει τα σωθικά; Όχι βέβαια...

Για έναν ανεξήγητο λόγο σηκώθηκε ένας αέρας και σαν να με έσπρωξε, στο μέρος που βρέθηκε η εικόνα της παναγίας, το ίδιο σημείο άρχισε να αναβλύζει καθαρό γάργαρο νερό, λες και ήταν πηγή αλλά δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο το νερού έβγαινε από την γη. Όταν μου το ανέφερε αυτό είναι ένας άνθρωπος εκεί της εκκλησίας έμεινα με ανοιχτό το στόμα και παρατηρούσα τον χώρο στον οποίο βρισκόμουν.       
Μετά από αυτή την μαγική εμπειρία, προσκύνησα την εικόνα της παναγίας και μουδιασμένος αποφασίζω να βγω από το κτίσμα που περιβάλλει όλη τη δύναμη ενός ανώτερου πνεύματος. Αποφασίζω λοιπόν να κάτσω σε ένα μικρό μαγαζάκι να φάω ένα τοπικό φαγητό, και έπειτα να γυρίσω στο ξενοδοχείο. Δύο ώρες μετά βρίσκομαι πάλι στο μπαλκόνι μου, το πέλαγο, και να χάνομαι μέσα σε αυτό. Λίγο μετά εισέρχομαι στο δωμάτιό μου και βλέπω το ρολόι του τοίχου να δείχνει 9:30 το βράδυ, νιώθω πολύ κουρασμένος και αποφασίζουν να κοιμηθώ.

Ο ύπνος μου είναι βαρύς και χάνομαι, ξαφνικά βρίσκομαι σε μία ακροθαλασσιά, καθισμένος στην άμμο, να κοιτάω το νερό όταν μπροστά μου εμφανίζεται μία όμορφη γυναίκα στα λευκά και μου λέει:

«Ήρθα…»

«Χαραμίζεσαι έτσι όπως ζεις… Θέλω να μείνεις εδώ και κάνεις την αγιογραφία μου.»

«Δεν ξέρω αν προλαβαίνω…»

Γελάει…

«Μην ανησυχείς θα το αναλάβω εγώ.»

Ξυπνάω, γνωρίζοντας ότι ήταν ένα όνειρο. ακούγοντας τις καμπάνες της εκκλησίας, τίποτα πλέον δεν θα είναι το ίδιο στη ζωή μου σκέφτηκα κοιτώντας το πέλαγος να απλώνεται από το παράθυρό μου. Έπειτα από λίγο ακούω το τηλέφωνο μου, και ο πελάτης λέγοντας ότι θέλει να αναλάβει ένα ακόμη έργο και θα πρέπει να μείνω στο νησί, νιώθω ότι όλο το σύμπαν, συνωμοτεί για να μείνω στην Τήνο.


Το συγκεκριμένο διήγημα στάλθηκε στο διαγωνισμό «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ» στις εκδόσεις: EAVING WAVES PUBLICATIONS




6.12.24

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΑΦΗΓΕΊΤΑΙ Β' ΜΕΡΟΣ.

«Πω, πω αυτή θα πρέπει να ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου;» είπαν τα λαμπάκια

«Η αλήθεια είναι, πως ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή, ειδικά τα πρώτα χρόνια στα γενέθλια του Πέτρου.»

«Και τι γινόταν;»

Ήταν αρχές Νόεμβρη ο πατέρας του με κατέβαζε  από το πατάρι επειδή ο Πέτρος, επέμενε πάρα πολύ. Η μητέρα του παραπονιόταν  συνέχεια ότι είμαστε το μόνο σπίτι ότι κρατάμε το δέντρο τουλάχιστον τέσσερις μήνες. Αλλά ο Πέτρος δεν ενδιαφερόταν, του άρεσε τόσο πολύ, που την καλόπιανε μέχρι να γίνει το δικό του. Έτσι κάθε χρόνο υπέκυπταν.  Με στόλιζαν με μεγάλα χαρά… Ο κύριος Γιώργος άνοιγε με προσοχή τα μεγάλα μου κλαδιά, μέχρι να δείξω όλο μου το φύλλωμα, όταν έφτανε στο σημείο που άρεσε στην κυρία Πόπη  μαζί με τον Πέτρο τοποθετούσαν τις μπάλες με μεγάλη προσοχή, ήταν μεγάλες, γυαλιστερές, πολύχρωμες μπάλες –όχι τόσο όμορφες όσο εσείς, δεν είχαν χρυσόσκονη και τόσα σχέδια. Οι περισσότερες έδειχναν το μικρό Χριστό, καμπάνες, και είχαμε και φιόγκους, μου έριχναν χιόνι και όλη αυτή την ώρα ακούγαμε Χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Μέχρι που ο κύριος Γιώργος έβαζε τα φωτάκια, σε κάθε κλαδί ποτέ δεν έφταναν στο Πέτρο ζητούσε κι άλλα.  Του άρεσε να κάθεται να κοιτάει τα φωτάκια, τότε τα λαμπιόνια είναι πολύχρωμα, είχαν μυτερές άκρες και με πονούσανε καμιά φορά, αλλά ήταν πολύ φιλικά και ευχάριστα… και μου άρεσε να τα αγκαλιάζω και να τα κρύβονται μέσα μου. Έτσι ένιωθα ότι ζεσταινόταν όχι μόνο το σπίτι αλλά και εγώ, στο τέλος ο μπαμπάς του Πέτρου τον σήκωνε ψηλά στην αγκαλιά του  και έβαζαν μαζί το αστραφτερό αστέρι στην κορυφή μου για όπως έλεγε ο κύριος Γιώργος:

«Ο άνδρας του σπιτιού πρέπει να βάζει το δέντρο στη κορυφή.»

Έτσι ο Πέτρος είχε αναλάβει αυτό το καθήκον. Όταν τελείωναν κορδωνόμουν πιο πολύ για να νιώσω πιο μεγάλος και πιο τεράστιος και κουνούσα ανεπαίσθητα τα φύλλα για να κάνουν λαμπυρισμούς τα φωτάκια… ο Πέτρος τρελαινότανε, μαγεύονταν και καθόταν και μου μιλούσε με τις ώρες. Ακόμα και τα μαθήματά του τα έκανε στο χαλί δίπλα μου, έτσι μάθαινα πολλά πράγματα… Έμαθα την άλφα βήτα, την ιστορία, και τα βράδια βλέπαμε Χριστουγεννιάτικες ταινίες μαζί. Η πιο όμορφη των Χριστουγέννων ήταν όταν είχε γενέθλια ο Πέτρος.

«Γιατί τι γινόταν τότε;»  

Η μητέρα του μαγείρευε για μέρες και μοσχοβολούσε…  Ο Πέτρος ντυνόταν  όμορφα, τον έβαζαν φωτογραφίες, φυσικά εγώ έγερνα τις μπάλες, για να αντανακλούν στις φωτογραφίες… και εγώ ένιωθα τόσο ευτυχισμένος! Σαν να είμαι ένα πού σημαντικό κομμάτι αυτού του σπιτιού., έβαζαν Χριστουγεννιάτικη μουσική, ερχόντουσαν οι φίλοι του Πέτρου αφήνοντας τα δώρα τους κάτω από τα κλαδιά μου… οι φίλοι του Πέτρου έμπαιναν μέσα  και με χάιδευαν, εκείνος ήταν πολύ περήφανος για το δέντρο. Όπως έλεγαν όλοι ήμουν το μεγαλύτερο δέντρο που είχαν δει όλοι! Εγώ ένιωθα λες και είμαι γίγαντας, βλέπετε τότε οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν μικρά δέντρα πάνω σε τραπέζια. Όμως ο πατέρας του Πέτρου δεν θα δεχόταν ποτέ ένα τόσο μικρό δεντράκι για τον γιό του. Και έτσι είχε διαλέξει εμένα! Και εγώ ήμουν πολύ περήφανος για την επιστολή που είχα… έπρεπε να φροντίσω έστω τα γενέθλιά του να είναι μαγικά! Και κάθε χρόνο οι φίλοι του πρέπει να μιλάνε για εμένα. Η σχεδόν κάθε χρόνο…

 

 

30.11.24

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΑΦΗΓΕΊΤΑΙ Α’ ΜΕΡΟΣ.


 


Εκείνες οι μέρες ήταν πολύ παγωμένες, δεν είχαν σταματήσει να βρέχει για πολλές ώρες… Ο Πέτρος άρχισε να στήνει το δέντρο, που είχε πάρει από το πατρικό του σπίτι, στην μέση του σαλονιού του… πλησίασε η γυναίκα του με φουσκωμένη κοιλιά και αρχίζει  να γκρινιάζει:

«Μωρε Πέτρο μου… Αυτό το δέντρο είναι ταλαιπωρημένο, του λείπουν κλαδιά. Γιατί να μην πάρουμε ένα καινούργιο για το μωρό;»

«Αγάπη μου, αυτό δέντρο έχει μεγάλη σημασία για μένα. Όλα τα Χριστούγεννα τα πέρασα με αυτό, έχει συναισθηματική αξία.»

«Για αυτό το λέω. Να πάρουμε ένα άλλο…»

«Είμαι συναισθηματικά δεμένος με αυτό το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, το είχε πάρει ο πατέρας μου, αφού γεννήθηκα. Σε λίγη ώρα θα το έχω κάνει σαν καινούργιο. Μου έχει δείξει ο πατέρας μου. Έχω ήδη αγοράσει νέα κλαδιά και σε λίγη ώρα θα είναι σαν να το έχουμε αγοράσει.»

Ο Πέτρος ασχολήθηκε πολλές ώρες με το δέντρο, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εκθαμβωτικό. Ήταν σαν καινούργιο!

«Είδες αγάπη μου που σου είπα;»

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι είναι ένα μεγάλο δέντρο.»

«Παλιά αγόραζαν οι άνθρωποι μεγάλα δέντρα. Ο μπαμπάς για να με εντυπωσιάσει, όταν γεννήθηκα αγόρασε το πιο ψηλό δέντρο.»

«Είναι πολύ όμορφο!»

Τώρα δεν θες να το πετάξουν;»

«Όχι αγάπη μου… είναι πολύ όμορφο είχες δίκιο.»

Χαρούμενο το ζευγάρι, αρχίζουν να βάζουν τα λαμπάκια και τις μπάλες… και ο Πέτρος αρχίζει και επισκευάζει τα κλαδιά. Όταν το ζευγάρι αποκοιμήθηκε, οι μπάλες ζωντανεύουν όπως και το δέντρο…

«Είδες που μας έβαλαν; Καλύτερα να μας πέταγαν σε μια γωνιά… Είμαστε τόσο λαμπερές και μας έφεραν εδώ; » γκρινιάζουν οι μπάλες.

«Καλησπέρα, καλές μου μπάλες…»

«Καλησπέρα..»

«Ξέρω ότι είμαι πολύ γέρος για σας… Αλλά έχω περάσει πολλά με τον Πέτρο, ξέρω ότι δεν θα σας πετάξει ποτέ.»

«Φυσικά αφού είμαστε νέες και λαμπερές…»

«Ναι, αλλά όταν γεράσετε μην φοβηθείτε μην σας πετάξει όπως και εγώ να ξέρετε ότι είναι καλό παιδί.»

«Για πες μας πως τον γνώρισες;»

«Το θυμάμαι σαν τώρα, ήμουν και εγώ νέος…»

 

Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα όταν με διάλεξε ο πατέρας του… το θυμάμαι τώρα σαν να γίνεται τώρα μπροστά μου… ήμουν και εγώ κάποτε νέος. Τα χέρια του ακούμπησαν απαλά τα κλαδιά μου, και εγώ κορδώθηκα περισσότερο…Ήταν χαμογελαστός, με παρατήρησε αρκετά και έπειτα είπε σε ένα υπάλληλο ότι θα με αγοράσει. Η χαρά μου δεν περιγραφόταν που με επέλεξε. Ακόμα θυμάμαι την θαλπωρή το ζευγαριού όταν με τοποθέτησαν στο τεράστιο σαλόνι τους! Ο πατέρας του Πέτρου με στόλισε με όμορφες μπάλες και λαμπιόνια, ήμουν ενθουσιασμένος όμως δεν υπήρχαν παιδάκια… Κάποια στιγμή ο κύριος Γιώργος μου είπε:

«Μην ανησυχείς όμορφο δέντρο, σε λίγο θα πάω να φέρω τον Πέτρο και την μαμά του και θα σε γνωρίζει, μόλις γεννήθηκε δεν έχει ξανά δει Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Θέλω να τον κάνεις χαρούμενο, να τον μαγέψεις.»

Μετά από λίγες ώρες μπήκε στο χώρο στο σαλόνι, το ζευγάρι και κρατούσαν κάτι μικροσκοπικό στα χέρια τους. Η γυναίκα του είδε πρώτη φορά και εκείνη και ήταν ενθουσιασμένη.

«Βρε αγάπη μου, τι πήγες και έκανες;»

«Γίνεται Χριστούγεννα χωρίς δέντρο;»

«Θα περνάμε ένα μικρό…»

«Θα πρέπει να είναι κάτι που πρέπει να μείνει στο παιδί. Δεν είναι υπέροχο;»

«Ναι αγάπη μου, είναι υπέροχο.»

«Έλα να κάτσεις στο καναπέ… Θα πάω εγώ κοντά στο δέντρο με το μωρό.»

Κρατούσε κάτι πολύ μικρό στα χέρια του δεν έβλεπα τι είναι, το έφερε κοντά και άνοιξε την κουβερτούλα, και παρατήρησα το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που είχα δει ποτέ μου. Βλέπεις στο μαγαζί που ερχόντουσαν παιδάκια πολύ μεγαλύτερα,  μας πείραζαν τράβαγαν τα κλαδιά… αυτό ήταν τόσο μικρούλι που ούτε τα μάτια δεν μπορούσε να ανοίξει… έγειρα μπροστά λίγα κλαδιά  για να δημιουργήσω αντανάκλαση  με τα φώτα για να πάνε πιο μπροστά. Τότε το μωρό άνοιξε τα μάτια του,  τα γούρλωσε και σαν να χαμογέλασε. Ο μπαμπάς του είναι τόσο χαρούμενος.

«Πήγες εξαιρετικά! Μπράβο καλό μου δέντρο! Νομίζω ότι ο Πέτρος εντυπωσιάστηκε.» και γέλασαν μαζί με την μαμά του.

Ο Πέτρος πιστεύω ότι όντως είχε εντυπωσιαστεί, εκείνη την ώρα τον πήγα στη κούνια και άρχισε να κλαίει. Το πρώτο καιρό είχαν βάλει την κούνια δίπλα μου, να κοιμάται εκεί… Μόνο εγώ μπορούσα να τον νανουρίσω, έβαλα κάτι λαμπάκια με χριστουγεννιάτικά τραγούδια… κοιτούσε τα φωτάκια και κοιμόταν μόνο με τον ήχο που παίζανε. Πέρασε τόσο πολύ καιρός αλλά το ζευγάρι δεν έβγαλαν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο γιατί ήθελε να το βλέπει, γιατί ήταν χαρούμενος και ήρεμος. Όλοι τους έλεγαν πότε αναρωτιόντουσαν πότε θα το ξεστολίσουν.

«Θες να το μαζέψω;» είπε ο Γιώργος.

«Άστο ρε αγάπη μου! Σε δυο μήνες έχουμε πάλι Χριστούγεννα. Θα λέμε ότι είμαστε οι μόνοι που κρατάμε δέντρο για όλο το χρόνο.»

Ο μικρός  Πέτρος άρχισε να μπουσουλάει και μετά έκανε  τα πρώτα βήματα του για να έρθει προς εμένα. Ήμουν τόσο χαρούμενος και ευτυχισμένος όπως και οι γονείς του, είχα καταφέρει την αποστολή μου! Με είχε λατρέψει...

14.11.24

6Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΑΜΝΗΣΙΑ


 

Ήμουν ξαπλωμένη, σε ένα κρεβάτι… όλα μου ήταν άγνωστα γύρω μου. Τίποτα δεν μου έφερνε κάποια μνήμη. Ποια ήμουν άραγε; Και  τι ήταν εδώ που βρισκόμουν; Απέναντι μου έβλεπα ένα ρολόι και ένα τραπέζι με μια καρέκλα, κοιτούσα γύρω άλλα δεν αναγνώριζα… Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα  και μπήκε μια γυναίκα στα άσπρα ντυμένη, μου χαμογέλασε και μου είπε:

«Πως είμαστε σήμερα;»

«Ποια είσαι εσύ; Που είμαι;»

«Ηρεμήστε σε παρακαλώ…»

«Θέλω να φύγω, αφήστε να φύγω… δεν θέλω να είμαι εδώ.»

Η επίσκεψη του γιατρού ώρες μετά δεν με βοήθησε να καταλάβω και πολλά από αυτά που είπε. Μου έκανε μια ηρεμιστική ένεση και χάθηκα στο λήθαργο του ύπνου

Το μόνο θετικό είναι ότι μου εξήγησε ότι έχω ένα θείο, ο οποίος θα με πάρει στο σπίτι του, γιατί δεν μπορούσαν να με κρατούσαν άλλο στο νοσοκομείο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ήρθε ένας χαμογελαστός άνδρας γύρω στα πενήντα, να με πάρει. Ήταν πολύ καλός μαζί μου, αλλά ακόμη δεν ένιωθα άνετα μαζί του. Πέρασαν μέρες για να με πείσει να πάω μαζί του, και ζήτησα να μου δείξει κάποιες φωτογραφίες ή έγραφα ότι είμαστε συγγενείς και το έκανε.  Μετά από αρκετή κουβέντα με έπεισε.

 

ΕΙΚΟΣΙΤΕΤΡΑΩΡΑ ΜΕΤΑ

 Μπήκαμε στο λεωφορείο, ύστερα από δυο ώρες είχαμε φτάσει στο σπίτι του. Μας καλοδέχτηκε η γυναίκα του, μια ευγενική και καλοσυνάτη γυναίκα και με πήγε στο δωμάτιο που θα γινόταν το καταφύγιο μου. Ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, που έβλεπε σ’ ένα μικρό κήπο από την πίσω πλευρά του οικήματος.

Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα μέχρι… που ένα βράδυ στο είδα στο ύπνο μου…

 «Επικρατούσε χάος παντού και γύρω μου… Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι δεν μπορούσε να κουνηθείς… ξαφνικά έβλεπες να πετάγονται φωτιές από το πουθενά και δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, καπνοί, σώματα να σε σπρώχνουν, ουρλιαχτά να ακούγονται… η αδερφή και η μητέρα μου με κρατούσαν γερά… Αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα τις έχασα.

«Μαμά, Ανέτα που είστε;» φώναξα αλλά δεν με άκουσαν.

Μέσα στο πλήθος άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει: «Θα μας κάψουν τρέξτε…» Ο φόβος με κυρίεψε και άρχιζα να τρέχω, όπως κινιόμουν για να φτάσω στην προβλήτα του λιμανιού σκόνταψα και έπεσα… χτύπησα και έβγαλα αίμα, αλλά δεν με ένοιαζε. Συνέχιζα να τρέχω, έβηχα δυνατά, δεν μπορούσα να αναπνεύσω.  Περνώντας από ένα στενό δρομάκι, είδα μια γυναίκα αιμόφυρτη, αλλά δεν έκανα τίποτα… έτρεχα χειρότερα. Μέχρι που ένιωσα ένα πόνο στο κεφάλι και δεν θυμάμαι τίποτα. Ένα κενό…

Οι κραυγές μου δεν έβγαιναν μέχρι που ούρλιαξα:

«Βοήθεια!»

11.11.24

5Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ…


 

Οι καπνοί από το σπίτι του, έβγαιναν εκείνος ούρλιαζε αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Άρχισε  να τρέχει ξυπόλητος πώς το λιμάνι, φώναζε στους γονείς του αλλά κανείς, δεν απαντούσε στα παρακάλια του... Έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι να σωθούν από αυτήν την τρέλα που τους είχε... Ξαφνικά βλέπει ένα καράβι, και βουτάει μέσα σε αυτό! Ήταν πολύ φοβισμένος και τα μάτια του έτρεμαν από τον φόβο ότι δεν θα ξαναβλέπε ποτέ τους γονείς του ζωντανούς! Τα αυτιά του βούιζαν από τους δυνατούς κρότους και ουρλιαχτά γυναικών που φώναζαν και μωρά που έκλαιγαν ήταν ένας εφιάλτης χωρίς τελειωμό. Έκλεισε τα αυτιά του, στην προσπάθεια να μην τα ακούει αλλά δυστυχώς όλα αυτό θα τον στοίχειωνε το ήξερε... Πετάχτηκε ξαφνικά από το κρεβάτι του, λουσμένο στον ιδρώτα, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ανακάθισε στο κρεβάτι και περίμενε να συνέλθει...

Δεν το άντεχε όλο αυτό που περνούσε. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει όλο αυτό που έζησε και ότι  δεν θα ξανά έβλεπε κανέναν από αυτούς που αγαπούσε. Αυτό γινόταν τα τελευταία χρόνια από την ημέρα που ήρθε στην Ελλάδα, είχε καταφέρει να έχει μία ζωή που του διασφάλιζε φαγητό και στέγη αλλά ένας ζωντανός νεκρός από την ημέρα που έγινε ο τάφος πολλών ψυχών.

Το ρολόι έδειξε 6:30, έπρεπε να σηκωθεί να ετοιμαστεί για να πάει στη δουλειά του, το τελευταίο διάστημα υπήρχε ένα κορίτσι το οποίο του έχει αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόταν... Οι δαίμονες του όταν ήταν κοντά της, τους ξεχνούσε. Αφού ετοιμάστηκε πάρα πολύ γρήγορα πήρε το τρόλεϊ και άρχισε να κατευθύνεται προς την εργασία του, όλοι έτρεχαν βιαστικά και κανείς δεν κοιτούσε τον διπλανό του. Αυτό το είχε στοιχίσει πάρα πολύ, στην Σμύρνη τα πράγματα όταν πάρα πολύ διαφορετικά, ο ένας μιλούσε με τον άλλον υπήρχε επικοινωνία. Αλλά  εδώ όλα ήταν απόμακρα και μοναχικά, του έλειπε αυτή η ζεστασιά. Όταν μπήκε στο κτίριο που δούλευε συνάντησε το κορίτσι με το υπέροχο χαμόγελο, που του μαλάκωνε την ψυχή, πού ήταν όλο τραύματα.

«Καλημέρα Σταμάτη, τι κάνεις; Πώς είσαι σήμερα;»

«Καλημέρα, γλυκιά μου.. Καλά μωρέ. Εδώ όπως τα ξέρεις.»

Φαίνεσαι λίγο κομμένος, δεν κοιμήθηκες αρκετά;»

«Δυστυχώς όχι. Αλλά θα τα καταφέρω σήμερα.» της είπε και της έκλεισε το μάτι.

Του χαμογέλασε, και έτσι ξεκίνησε μια ακόμη εφιαλτική μέρα στη δουλειά. Το μεσημέρι στην επιστροφή, παρατηρούσε τα μικρά μαγαζιά πώς που στόλιζαν την Αθήνα, ακόμα δεν είχε συνηθίσει αυτή τη βαβούρα που υπήρχε στην πόλη, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να ζήσει. Ξαφνικά, έπεσε πάνω στην Κατερίνα που κρατούσε κάτι μικρά πακέτα  και του χαμογέλασε τότε εκείνος της λέει:

«Θες να πάμε μια βόλτα και να φάμε ένα γλυκό;»

Όταν την έβλεπε ο εφιάλτης εξαφανίζονταν.


6.11.24

4Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:Ο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ.


 

Είχε γλυκό χαράξει... ο ήλιος φώτιζε τα πάντα γύρω του, η μικρή γειτονιά στο Μοναστηράκι ήταν βουβή. Το μόνο ακουγόντουσαν είναι κάτι πουλιά που τιτίβιζαν πάνω στα κλαδιά κάποιων λεμονιών, και όλη αυτή η ησυχία διακόπτονταν από τη φωνή του γαλατά που αφήνει έξω από το σπίτια την πραμάτεια του. Ο πόλεμος τους είχε στερήσει ότι πιο πολύτιμο είχαν… τους γονείς τους είχαν πεθάνει από πείνα. Τα δυο αγόρια ήταν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, παρόλο αυτά ο ένας προσπαθούσε πολύ να υπάρχει ισορροπία στην καθημερινότητα τους.

Ο Στέλιος είχε ξυπνήσει από νωρίς για να πάει στην οικοδομή, ήταν ο μεγαλύτερος ο γιος της οικογένειας – πλέον ήταν ο υπεύθυνος αυτό το σπιτιού αφού Από την άλλη, ο μικρότερος γιος που εκείνη τη στιγμή κοιμόταν του καλού καιρού. –Δεν άντεχε καθόλου τη συμπεριφορά του Πέτρου, από το πρωί ίσα με το βράδυ δούλευε για να μην τους λείψει τίποτα και αυτός, αρνιόταν οποιαδήποτε εργασία. Έπινε το καφέ του όταν είδε τον αδερφό του να γυρνά πλευρό.

«Φεύγεις;»

«Εγώ ναι. Εσύ; Τι θα κάνεις σήμερα;»

«Μην αρχίζεις πάλι την γκρίνια ρε Στέλιο…»

«Κοίτα να δεις, δεν θα σε φροντίζω μια ζωή. Πρέπει να κοιτάξω να νοικοκυρευτώ και εγώ.»

«Και τι σε εμποδίζει;»

«Η υπόσχεση που έδωσα στους συγχωρεμένους τους γονείς μας.»

«Μην ξεκινάς το μελό.»

«Σοβαρά; Ξέρεις πόσο βερεσέ έχουμε αφήσει στην κυρά Ξένη, στο τέλος θα σταματήσει την πίστωση. Με μια δουλειά δεν μπορούμε να ζήσουμε.»

«Ναι, ναι…»

«Α, να μην το ξεχάσω, τι θα κάνεις με την Σταυρούλα;»

«Κοίτα τις δουλειές σου Στέλιο και μην χώνεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν. Ακούς;»

«Κακομοίρη μου, κοίτα να την αφήσεις έγκυος και σε κυνηγάνε οι γονείς της και δεν έχουμε λεφτά για παντρειές και για πάνες.»

«Για πόσο βλάκα με έχεις αδερφέ; Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, εγώ δεν σε σκλαβώνομαι.»

«Κακόμοιρο κορίτσι…»

«Μην το λυπάσαι περνάει καλά μαζί μου…»

Ξύπνα και κοίτα να συμμορφωθείς δεν αντέχω άλλο την τεμπελιά σου.»

Ήταν η τελευταία προειδοποίηση που του είχε δώσει, δεν είχε άλλη ευκαιρία, εξάλλου καλό βλέπε την κόρη της γειτόνισσας και ήθελε να την ζητήσει σε γάμο. Είχε κουραστεί να είναι μόνος του. Μπορεί να μην είχε πολλά χρήματα άλλα ήξερε και θα πάλευε να φτιάξει μια σωστή οικογένεια.

28.9.24

3Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:ΜΙΑ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΗ ΝΥΦΗ


 

Μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει... ο απόηχος της σκλαβιάς των Τούρκων δεν ίσχυε όμως η πείνα και ο φόβος για το αύριο συνεχίζει να υπάρχει. Η οικογένεια του Αντώνη Κρούσο είχε βγει αλώβητη από την καταστροφή του 400 χρόνιων, το μαγαζί υφασμάτων ήταν όρθιο και άρχιζε να λειτούργει ξανά.  Είχε πλησιάσει ο γιος της οικογένειας πλέον τα 40 και ήταν μόνος, όλα στη δουλειά του και κυλούσαν υπέροχα, η δουλειά του ως μεγάλο έμπορος στην Αθήνα,  του έδινε μεγάλη άνεση αλλά το δύσκολο ήταν να βρει την γυναίκα που θα ήταν στο πλάι του και θα του πρόσφερε ότι είχε ανάγκη ένα όμορφο σπιτικό και παιδιά… Όμως καμία από τις γυναίκες που ξέρει δεν του άρεσαν, ένιωθε απογοητευμένος μέχρι που αποφάσισε να βάλει μια μικρή αγγελία για να βρει την σύζυγο που επιθυμεί –κανείς βέβαια δεν θεώρησε σωστή αυτή την κίνηση, λόγω κοινωνικής ταυτότητας.

Άρχιζε να γράφει: Αναζητείται ευπρεπής γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά από 35 – 40 ετών για σοβαρή σχέση με σκοπό τον γάμο. Η μέλλουσα κύρια πρέπει να ξέρει να φερθεί και να σταθεί σε οποιαδήποτε κοινωνική εκδήλωση, προκύψει. Πληροφορίες: Αντώνιος Κρούσος του Κωνσταντίνου, οδός: Πατησίων 19 Αθήνα.    

Οι επόμενες δυο εβδομάδες κύλησαν ανιαρά για τον Αντώνη, πέρασαν πολλές γυναίκες αλλά τίποτα, είχε απελπιστεί. Η μητέρα του την ίδια περίοδο αναζητούσε μια οικονόμο… ένα Σάββατο τους επισκέφτηκε ένα κορίτσι είκοσι εννιά χρόνια για την θέση και ο κύριος του σπιτιού γοητεύτηκε από εκείνην, αλλά εκείνην δεν του έδινε σημασία κρατούσε αποστάσεις λόγω της θέσης της. Ο Αντώνης θα έκανε τα πάντα για να την κερδίσει. Η κοπέλα είχε έρθει από την Λάρισα με σκοπό να δουλέψει για να στείλει στην οικογένεια της τα λεφτά που είχαν ανάγκη. Ήταν τίμια και προσηλωμένη σ’ αυτό που έκανε και αυτό χαροποιούσε την μητέρα του.

Μέχρι που έγινε κάτι αναπάντεχο, ήρθε ένα γράμμα, που ανέφερε ότι ο πατέρας της έπρεπε να χειρουργηθεί, τα μάτια της κοπέλας άρχιζαν να τρέχουν. Η Στεφανία φαινόταν απελπισμένη γιατί δεν μπορούσε να βρει τα χρήματα που χρειαζόντουσαν. Ο Αντώνης παρατηρούσε την στεναχώρια της, και την ρώτησε:

«Στεφανία, έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ στο γραφείο.»

Η κοπέλα πήγε όπως την διέταξε το αφεντικό της, περίεργη για να δει τι θέλει.

«Πείτε μου, στις διαταγές σας.»

«Αυτές τις μέρες δεν είσαι καλά, τι συμβαίνει; Δεν είσαι ευχαριστημένη;»

«Όχι, κάθε άλλο…»

«Τότε;»

«Απλά αφέντη μου, ό πατέρας μου είναι πολύ άρρωστος και θα χρειαστούν λεφτά που δεν υπάρχουν.»

«Μάλιστα, κατάλαβα…»

«Με θέλετε τίποτα άλλο;»

«Όχι…»

Η Στεφανία πήγε να φύγει αλλά την σταμάτησε, η φωνή του… Γύρισε πάλι στο μέρος του. Εκείνος χαμογέλασε καθώς την κοιτούσε. Ήξερε ότι αυτό που θα έκανε δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Η ματιά της κοπέλας ήταν φοβισμένη όταν τον είδε που πλησίαζε.

«Ξέρεις τι σκέφτηκα Στεφάνια;»

«Τι;» είπε με κατεβασμένο το κεφάλι της.

«Να δώσω εγώ τα λεφτά για τον πατέρα σου.»

«Αλήθεια; Και εγώ ότι θέλετε από μένα…»

«Θέλω να μου δώσεις την ευκαιρία να σε πλησιάσω.»

«Για ποιο λόγο;»

«Μου αρέσεις πολύ και πιστεύω ότι θα μπορούσες να γίνεις μια υπέροχη σύζυγος. Δική μου!»

«Τι λέτε; Εγώ είμαι μια υπηρέτρια, χωρίς καμία γνώση. Τι μπορώ να σας προσφέρω;»

«Στεφανία, είσαι υπέροχο κορίτσι και πιστεύω ότι έχεις πολύ αγάπη στην ψυχή σου και θεωρώ ότι θα γίνεις καταπληκτική μητέρα και σύζυγος.»

«Τι να σας πω κύριε Αντώνη…»

«Απλά σκέψου το. Το απόγευμα θα ήθελα να ετοιμαστείς να βγούμε για ένα γλυκό. Δεν δέχομαι αρνητική απάντηση.»


13.9.24

2Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: H MONAΞΙΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


 

Η εποχή της σκλαβιάς τετρακόσιων χρόνων είχε φύγει για ένα λαό που ταλαιπωρήθηκε αφού επαναστάτησαν εναντίον τους υπήρξε η λευτεριά τους... Υπήρχε δυσκολία στα οικονομικά αλλά  θα  πάλευαν για να επανέλθουν. Η Αθήνα προσπαθούσε να βρει την λάμψη της! Τα πόδια της Μαρίας την οδηγούσαν στα σοκάκια της Αθήνας από πρωί για να δουλέψει. Έπλενε σε ένα σπίτι για να μπορέσει να ζήσει. Είχε μετανιώσει που τον παντρεύτηκε για να κάνει το χατίρι της οικογένειάς της. Οι γονείς της ένιωθαν λόγο της μεγάλης ανέχειας δεν μπορούσαν να την φροντίσουν και θεώρησαν ότι θα το έκανε εκείνος. Πόσο δύσκολη ήταν η ζωή τους; Αφού έκανε την δουλειά της εννέα ώρες σε ένα σπίτι στην οδό Αιόλου… Πήγε στο μικρό παντοπωλείο της περιοχής. Είχε πολύ μεγάλο ποσό σε βερεσέ αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση. Αφού εισχώρησε στο μαγαζί την είδε ο κυρ Λευτέρης.

«Καλώς το Μαριώ...»

«Γεια σου κυρ Λευτέρη, ήρθα να πάρω λίγες φακές και ένα κιλό φασόλια και λίγο πάγο για το ψυγείο μας.»

«Να σου δώσω...»

«Πάρε και αυτά τα 90 δραχμές, και τα υπόλοιπα την επόμενη φορά.»

Ο Κυρ Λευτέρης της χαμογέλασε γιατί ήξερε πόσο δύσκολα περνούσε, αν ήταν αλλιώς τα οικονομικά του θα της τα χάριζε. Αλλά δεν γινόταν.

«Μόνη σου θα τα πάς;»

«Ε, τι με παρέα;»

«Να σου φωνάξω τον Κωστή, μισό λεπτό...»

«Δεν χρειάζεται.»

«Σώπασε, ξέρω 'γω!»

Τελικά η Μαριώ έφυγε μαζί με τον Κωστή, ό οποίος κουβαλούσε τον πάγο. Ήταν πολύ η διαδρομή αλλά δεν βαρυγκωμούσε... Την ήθελε αλλά ποτέ δεν τόλμησε εκείνον και δεν της είπε τίποτα ανοιχτά.

«Μαριώ φαίνεσαι κουρασμένη...»

«Έπλυνα ώρες τι να κάνω;»

«Και ο άνδρας σου τι κάνει; Ε;»

«Δουλεύει...»

«Ναι, και να κάνει κρασί. Α, ρε Μαριώ...»

«Σε παρακαλώ...»

Εκείνη την ώρα πέρναγε ο παγωτατζής... τον σταμάτησε και την κέρασε ένα παγωτό και προχώρησαν. Λίγο πριν φτάσουν στο σπίτι, του πήρε τον πάγο από τα χέρια για να συνεχίσει μόνη της, δεν ήθελε να την κουτσομπολεύει η γειτονιά. Όταν μπήκε στο σπίτι, και έβαλε τον πάγο στο ψυγείο και την φέτα, παρατήρησε τον άνδρα του να κοιμάται την ντιβανοκασέλα αφού, είχε πιει ένα τέταρτο κρασί. Δεν άντεχε αυτή την κατάσταση, την περίοδο του πολέμου σταμάτησε αυτό αλλά ξανά άρχισε και η Μαρία δεν το άντεχε αυτό. Ήθελε να το χωρίσει αλλά που θα πήγαινε; Τι θα έκανε; Έπρεπε να τον ανέχεται, μαύριζε η ψυχή της.

Έπειτα ξύπνησε και πήγε κοντά της…

«Μαγείρεψε τίποτα;»

«Τώρα γύρισα…»

«Μπα και που σεργιάνιζες;»

«Πήγα να πάρω πάγο και φέτα που δεν είχαμε Στέλιο μου.»

«Μάλιστα, κατάλαβα. Πάλι σε αυτόν τον λιγούρη τον Κωστή πήγες…»

«Μα τι λες; Παραλογίζεσαι…»

«Το ακούσαμε κι αυτό. Αν σε ξανά να σε πλησιάζει θα τον σκοτώσω. Τώρα τσακίσουν να φτιάξεις κάτι να φάω.»

Η κοπέλα έφυγε από μακριά του γιατί δεν άντεχε άλλο, δεν τον μπορούσε άλλο. Μακάρι να μην τον παντρευόταν ποτέ. Ένιωθε τόσο μόνη…

 

6.9.24

1Η ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΕΝΑ ΕΙΔΎΛΙΟ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ


 

Περπατώντας στην πόλη των Ναυπλίου, ο αρχαιολόγος Μένιος Καππας, παρατηρούσε την πόλη, η πόλη ήταν σαν ένα φάντασμα που προσπαθούσε να αναγεννηθεί απ τις στάχτες του... Υπήρχαν κάποια ερειπωμένα σπίτια από τον πόλεμο που υπέστη η χώρα, σε χρόνια κατοχή  ήλπιζε ότι η κυβέρνηση του Βενιζέλου θα έκανε ότι γινόταν για να αποκαταστήσει την πόλη, πού πλέον ήταν η πρωτεύουσα της Αθήνας... συνεχίζοντας την διαδρομή αντίκρισε τον ναό της κοίμησης της Θεοτόκου, τον είδε ελάχιστα διαπιστώνοντας ότι δεν είχε καταστρέφει τελείως και προχώρησε... Όσο το βήμα του απομακρυνόταν από την πόλη γύρισε το βλέμμα του προς το Μπούρτζι –σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε να κάνει αρκετές ανασκαφές για να βρει τα αρχαία ευρήματα, που ήταν σίγουρος ότι υπήρχαν στη θάλασσα μετά από μεγάλη έρευνα που έκανε σε αρχεία κείμενα, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό το τρόπο θα γινόταν γνωστός – λίγο πριν στρίψει στο δεύτερο στενό που θα βρει είδε τον εφημεριδοπώλη, που ήταν σε μία γωνία διαλαλώντας τα γεγονότα της εφημερίδας, και εκείνος κοντοστάθηκε να τα διαβάσει:

 «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος». 

ΠΡΩΤΗ ΕΙΔΗΣΗ:

Σε ένα έρανο που έδωκε για την ενίσχυση των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι έδωκε όλα τα υπάρχοντά της η Ψωροκώσταινα, είναι μια ηρωικήν κίνηση από μέρους της.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΙΔΗΣΗ:

«H πρώτη απεργία στην επαναστατημένη Ελλάδα»

«Oι υποσημειούμενοι αναφερόμεθα, ότι δέκα μήνες όλους δουλεύομεν ενταύθα εις την Τυπογραφίαν της Σ. Διοικήσεως, και των πρώτων μηνών τους δεδουλευμένους ημών μισθούς ελάβομεν, και αφού ηλπίζαμεν μεγάλως να λάβωμεν και των άλλων πέντε, αφού μάλιστα εδιωρίσθη παρά της Σ. Διοικήσεως ο κ. Θ. Φαρμακίδης κατά την οποίαν υπόσχεσιν μας έδωκε. Ίδομεν όμως το εναντίον και μόνον το εν τρίτον εκ διαλειμμάτων του μισθού μας ελάβομεν παραυτού, ζητούντες δε και το υπόλοιπον εξυβρίσθημεν παρά της σοφολογιότητος του, αλλά διά να μας καταπείση και λάβωμεν εθνικάς ομολογίας εμεταχειρίσθη την βίαν και λέγει “όποιος δεν λάβει αυτός ας φύγη, και ούτε καν αποδεικτικόν του δίδω, και ας υπάγη όπου θέλει». 

Είχε πάρα πολλούς κεραυνούς και σου έδειχναν ότι ερχόταν νεροποντή… είχε ξεχάσει να πάρει ομπρέλα και θα γινόταν μούσκεμα. Ήταν πολύ εκνευρισμένος μ’ αυτή την απερισκεψία του, κοιτούσε γύρω του αλλά δεν έβλεπε κάτι για να προφυλαχτεί.  Ήταν ένα παντοπωλείο αλλά φαινόταν κλειστό ή ερειπωμένο. Παντού υπήρχε εγκατάλειψη και η εικόνα του πολέμου του τρυπούσε το στομάχι.  Ξάφνου σηκώθηκε ένας αέρας, και κάτι ανεμώνες που ήταν στο απέναντι χωράφι, κουνιόντουσαν, ίσως φυτρώσει πάλι η ελπίδα, είχε χάσει κι άλλο χρόνο,  έπρεπε να βρει το δωμάτιο που είχε νοικιάσει σ’ ένα αρχοντικό της περιοχής. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο και η βροχή είχε ξεκινήσει δυστυχώς, όπως προσπαθούσε να προστατευτεί κάπου, άκουσε μια φωνή.

«Θέλετε βοήθεια;» γυρνώντας το βλέμμα του είδε μια νεαρή κοπέλα, με απλό άσπρο φόρεμα που κολάκευε την σιλουέτα της, με ένα μαντήλι στο κεφάλι που ήταν κεντημένο.

Σας ευχαριστώ πολύ, ψάχνω το αρχοντικό της Βρεττού Γρηγορίας…» απάντησε απορροφημένος από τα ανοιχτά καστανά μάτια της άγνωστης νεαρής.

«Είστε ο κύριος Κάππας; Σας περιμέναμε. Περάστε μέσα. Είμαι η ανιψιά της κυρίας Βρεττού, η Λενιώ.»

«Α, να σαι καλά.»

Περπατώντας στο εσωτερικό της αυλής παρατήρησε μια βερικοκιά και κάτι κατεστραμμένες τριανταφυλλιές. Το οίκημα φαινόταν ταλαιπωρημένο, αλλά αν το έβλεπες με άλλη ματιά θα καταλάβαινες ότι κάποτε είχε μια διαφορετική αίγλη. Λίγο πριν ανοίξει πόρτα είδε ο αρχαιολόγος μια σφαίρα καρφωμένη στον τοίχο και σάστισε.

«Απομεινάρια των Τουρκαλάδων…»

Έγνεψε και μπήκαν μέσα, και ο Μένιος είδε μπροστά του μια κυρία με ένα κότσο και με γυαλιά μυωπίας να τον επεξεργαζόταν λεπτομερώς.

«Κύριε Κάππα, από εδώ η  Γρηγορία Βρεττού, η ιδιοκτήτρια του αρχοντικού.»

«Χαίρομαι πολύ, κυρία Βρεττού. Σας ευχαριστώ για την ενοικίαση του δωματίου.»

«Να στε καλά, παρόλο αυτά αργήσατε σαράντα πέντε λεπτά, και έχουμε φάει. Εγώ θα αποσυρθώ στο υπνοδωμάτιο μου, είναι αργά. Καλώς ορίσατε και πάλι.»

Ο αρχαιολόγος παραξενεύτηκε με την συμπεριφορά της αλλά δεν είπε κουβέντα. Η όμορφη και ευγενική Λενιώ πήγε και του έδειξε το δωμάτιο που είχε νοικιάσει. Ήταν ένας χώρος με ένα μονό κρεβάτι, ένα μικρό κομοδίνο, μια ντουλάπα και μια καρέκλα. Τα κοίταξε καλά και έπειτα την κοπέλα.

«Αυτό είναι.»

«Σας ευχαριστώ δεσποινίς Βρεττού.» της αποκρίθηκε και άφησε τα υπάρχοντά του σε μια άκρη.

«Να στε καλά. Μήπως πεινάτε; Να σας φέρω κάτι, να φάτε πριν κοιμηθείτε;»

« Όχι, Κατανοώ αυτό που είπε η θεία σας, ότι καθυστέρησα.»

«Μην δίνετε πολύ σημασία, απλώς είναι πολύ αυστηρή με τον χρόνο…»

Μετά από λίγο, η Λενιώ του πηγαίνει να φάει λίγο, που είναι νηστικός από το ταξίδι και αυτό το καταλάβαινε η κοπέλα, το βλέμμα της ήταν ζεστό και ευγενικό απέναντι στο νέο νοικάρη τους.

«Θέλω να συγχωρέσετε την θεία μου, που είναι κάπως. Αναγκάστηκε να το κάνει γιατί πέθανε ο θείος μου, στο πόλεμο και δεν είχαμε άλλους πόρους.» του εξήγησε καθώς άφησε το δίσκο στο τραπέζι που υπήρχε εκεί.

«Σας καταλαβαίνω απόλυτα.»

 

ΕΝΑΣ ΜΗΝΑΣ ΜΕΤΑ

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και ο Μένιος πηγαινοέρχονταν το Μπούρτζι προσπαθώντας να ανακαλύψει τα ευρήματα που πίστευε ότι ήταν στο βυθό της θάλασσας, όμως άρχιζε να απογοητευόταν γιατί η έρευνα ήταν άκαρπη προς το παρόν. Τα μεσημέρια γυρνούσε νωρίς για να είναι τυπικός στο ωράριο και στους κανόνες του σπιτιού που διέμενε. Η ιδιοκτήτρια του αρχοντικού ήταν τυπική και δεν του άφησε και πολλά περιθώρια για να συνομιλήσουν, παρόλο αυτά ρωτούσε να μάθει για τις έρευνες γιατί πίστευε ότι θα βοηθούσε το Ναύπλιο αυτή η ανακάλυψη…

Ήταν απόγευμα Παρασκευής εκείνου του Φθινοπώρου το 1826, όταν ξεκίνησε να βρέχει –παρόλο αυτά ο Μένιος και η Λενιώ αποφάσισαν να κάτσουν στο μπαλκόνι. Ήταν υπέροχη στιγμή, γιατί οι ψιχάλες της βροχής ακουμπούσαν πάνω στα φύλλα και μετά ότι ξεχείλιζε, έκανε λιμνούλα στο πάτωμα.

«Δεν είναι ρομαντικά;»

«Ναι…» απάντησε ο αρχαιολόγος και κοντοστάθηκε δίπλα της. Παρατήρησε ότι κρύωνε όποτε έβγαλε το σακάκι του.

Με μια απαλή κίνηση το τοποθέτησε στους ώμους της νεαρής γυναίκας, η κοπέλα γύρισε το βλέμμα της και του χαμογέλασε, και ύστερα τον ρώτησε:

«Πως πάνε οι έρευνες;»

«Έχω απογοητευτεί…. Δεν πάνε καθόλου καλά.»

«Δηλαδή θα φύγεις;»

«Όχι ακόμη… Έχω μαγευτεί.»

«Στο είπα πει ότι θα μαγευόσουν από το Ναύπλιο…»

«Μα δεν συνέβη αυτό με την περιοχή.»

«Τι εννοείς;»

«Από σένα γοητεύτηκα!» της παραδέχτηκε κοιτώντας την στα μάτια και φιλώντας το χέρι.

28.8.24

7Η ΠΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΈΝΑΣ ΝΕΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ

 


Ο Γιωργάκης κάθεται  πίσω  την πόρτα και ακούει τον πατέρα του, να λέει στην μητέρα του και που δεν περίμενε αυτό που καταλάβαινε…

«Δήμητρα βγήκε η απόφαση για να υιοθετήσουμε το παιδί που θέλαμε.»

Τα μάτια της μητέρας του είναι βουρκωμένα και δεν μιλούσε καθόλου… Εκείνος της άπλωσε τα χέρια του να την ακουμπήσει, και η γυναίκα του τον αγκάλιασε.

«Τι θα πούμε στο παιδί μας, ότι θα έχει αδελφό. Θέλω να δω πως θα του εξηγήσουμε…»

«Ανησυχώ.»

«Πιστεύω ότι θα χαρεί! Θα έχει παρέα.»

Ξαφνικά προσπαθώντας να κλείνει την πόρτα ο μικρός ρίχνει ένα βάζο και έκανε θόρυβο.

«Το παιδί!» πετάχτηκε η γυναίκα  όρθια.

«Λες να μας άκουσε;»

«Πιθανών…»

«Να δούμε τι θα κάνουμε!»

«Θα βρούμε την λύση.»

Η μητέρα πηγαίνει προς το δωμάτιο του παιδιού της και χτυπάει την πόρτα προσπαθώντας να προετοιμαστεί συναισθηματικά, γέρνει και μπαίνει στο χώρο του.  Ο Γιωργάκης κάθεται στο κρεβάτι και δεν μιλάει και τα δάκρυα να κυλούν τα μάγουλα του.

«Είσαι καλά αγόρι μου;»

«Μαμά, όχι… Θέλετε κι άλλο παιδί; Δεν με αγαπάτε πια;»

«Τι λες μωρό μου;»

«Η καρδιά των γονιών έχουν πάντα χώρο για όλα τα παιδιά τους, μην σκέφτεσαι αυτό.»

«Δεν θέλω τώρα μαμά. Θέλω να μείνω μόνος μου.»

«Σκέψου ότι αυτό το παιδί έχει ανάγκη από  αγάπη και ασφάλεια… και εσύ θα έχεις ένα αδερφάκι.»

«Δεν θέλω άλλο παιδάκι στο σπίτι…»

«Θα το ξανά συζητήσουμε.»

 


22.8.24

6Η ΠΑΔΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΦΙΛΗ


 

Η Φάρα ήταν πολύ λυπημένη κάθε φορά που γυρνούσε από το σχολείο… Οι γονείς της ήταν είναι προβληματισμένοι αλλά δεν μπορούν να κάνουν πολλά. Το κοντέινερ που ζουν είναι η καλύτερη λύση για την οικογένεια της. Η μικρή κοιτούσε το πρόσωπό της στο μικρό καθρέφτη και το μαύρο χρώμα της, γνώριζε ότι δημιουργούσε προβλήματα. Η κατάσταση με τα άλλα παιδιά συνέχιζε να είναι δύσκολο για την Φάρα. Έτσι αποφάσισε να είναι μόνη της, δεν άντεχε άλλο να την κοροϊδεύουν.  Κλείστηκε στον εαυτό της μέχρι που επινόησε μια φανταστική φίλη, την Κάρι… Όλα ήταν στο μυαλό της, ήταν ένα κοριτσάκι από την Κίνα, μελαχρινό με λευκά δόντια. Της χαμογελούσε συνέχεια και η Φάρα γελούσε, όμως οι γονείς ανησυχούσαν  που την έβλεπαν  να μιλάει μόνη της και έτσι αποφάσισαν να συζητήσουν μαζί της.

«Φάρα, κορίτσι μου, τι κάνεις;» την ρώτησε ο πατέρας της.

«Καλά, μπαμπά μου…»

«Με ποιον μιλάς και γελάς;»

«Με κανέναν, μόνη μου.»

«Δεν γίνεται… αφού σε ακούμε.»

«Τίποτα, δεν συμβαίνει αλήθεια.»

ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

Η Κάρι δεν εμφανίστηκε κοντά της, το μυαλό της το απώθησε γιατί δεν ήθελε να την καταλάβουν, αλλά μετά από ένα γεγονός στο σχολείο, η Φάρα καθόταν στο προαύλιο και έκλαιγε. Τότε εμφανίστηκε η φανταστική της φίλη.

«Γιατί Φάρα μου κλαις;»

«Φιλενάδα σου έχω πει…»

«Είσαι μοναδική, ένα πανέμορφο κορίτσι μην επιτρέπεις σε κανέναν να σε προσβάλλει εντάξει;»

«Γιατί έρχεσαι στο μυαλό μου;»

«Για να σε βοηθήσω να τα καταφέρεις… είναι δυνατή και εσύ κατά βάθος το γνωρίζεις.»

Την πήρε αγκαλιά και χαμογελούσε… μετά από πολλές δύσκολες καταστάσεις κατάφερε να υψώσει το ανάστημα της και μίλησε στο διευθυντή. Η ζωή της από δω και πέρα άλλαξε, χάρις την δύναμη του μυαλού της.

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;