Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.12.25

«Αποχαιρετισμός χωρίς αντίο» ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 



«Αποχαιρετισμός στον Χάρη»

21-12-1988

Αδερφέ μου,

Η απόφαση να σου γράψω δεν ήταν εύκολη. Ίσως έχεις αναρωτηθεί γιατί λείπω από τα κυριακάτικα τραπέζια, γιατί οι δικοί μας αποφεύγουν κάθε κουβέντα για μένα. Ήρθε η ώρα να σου εξηγήσω, με τον φόβο ότι ίσως χάσω κι εσένα, όπως έχασα εκείνους.

Από μικρός ήσουν το αστέρι της οικογένειας. Το παιδί-πρότυπο. Σε ζήλευα, το παραδέχομαι. Όμως τώρα πια καταλαβαίνω την αξία του να έχεις αδέρφια. Είμαι περήφανος για σένα, και μακάρι να σου είχα μοιάσει. Ίσως τότε να είχα ανακουφίσει και την ψυχή των γονιών μας, που πάντα ήθελαν να γίνω «φτυστός εσύ». Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Ξέρω πως τούτο το γράμμα δεν θα σου φέρει χαρά. Όμως η απόφασή μου δεν αλλάζει. Την ώρα που το διαβάζεις, εγώ θα βρίσκομαι μακριά από την Ελλάδα. Ίσως για λίγο, ίσως για πάντα. Αυτό θα εξαρτηθεί από πολλά.

Όλα ξεκίνησαν στην εφηβεία. Εσύ δραστήριος, κοινωνικός. Εγώ εσωστρεφής, μοναχικός. Τα κορίτσια με πλησίαζαν, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί. Ίσως γιατί δεν κοιτούσα τον καθρέφτη μου. Και τότε, στα δεκαπέντε μου, συνειδητοποίησα κάτι που με τρόμαξε: μου άρεσαν τα αγόρια.

Πανικός. Άρνηση. Προσπάθησα να το διώξω, να το κρύψω, να το αλλάξω. Φλέρταρα κορίτσια, έπαιζα ρόλους, πάλευα με τον εαυτό μου. Χρόνια ολόκληρα. Στα είκοσι δύο μου, αποδέχτηκα ποιος είμαι. Αλλά δεν είχα το θάρρος να σας το πω.

Και τότε ήρθε εκείνο το βράδυ. Σ’ ένα μπαρ, ένα τυχαίο χτύπημα στον ώμο. Ήμουν έτοιμος να τσακωθώ, αλλά το βλέμμα του με πάγωσε. Ζεστό, αληθινό. Ο Johnny. Μιλήσαμε, γελάσαμε, ανταλλάξαμε προφίλ. Ήταν τουρίστας, από Λονδίνο. Πριν φύγει, περάσαμε ένα βράδυ μαζί. Είπα ψέματα πως θα ήμουν με μια κοπέλα. Η επικοινωνία μας συνεχίστηκε. Μετά από δύο μήνες, μου πρότεινε να τον επισκεφθώ. Είπα ψέματα στους γονείς πως θα πήγαινα σε σεμινάριο. Και πήγα.

Ήταν οι ωραιότερες μέρες της ζωής μου. Ο Johnny με έκανε να νιώσω μοναδικός. Γίναμε ζευγάρι. Όταν γύρισα, δεν είπα τίποτα. Οι γονείς μας δεν θα το δέχονταν. Η σχέση μας συνεχιζόταν, κρυφά. Μέχρι που εκείνο το βράδυ, μπήκαν ξαφνικά στο σπίτι. Μας είδαν. Ο πατέρας μας ξέσπασε. Με εξευτέλισε. Η μητέρα λιποθύμησε. Δεν με άφησαν να την βοηθήσω. Έφυγαν, λέγοντας πως δεν θέλουν να με ξαναδούν.

Ο Johnny, πληγωμένος, απομακρύνθηκε. Για δύο εβδομάδες δεν μου μιλούσε. Ήμουν ράκος. Ο πατέρας με έδιωξε από το δικηγορικό γραφείο. Η θέση μου άδειασε. Εσύ θα συνεχίσεις εκεί, όχι εγώ.

Όμως μίλησα με τον Johnny. Τα ξαναβρήκαμε. Μου πρότεινε να μετακομίσω στο Λονδίνο. Να δουλέψω, να ζήσουμε μαζί. Δέχτηκα. Για πρώτη φορά νιώθω ελεύθερος. Να αγαπώ, να υπάρχω, χωρίς φόβο.

Λυπάμαι που δεν σου τα είπα κατά πρόσωπο. Αν δεν θέλεις να με ξαναδείς, θα το καταλάβω. Θα σου στείλω μήνυμα με τη διεύθυνσή μου. Αν θελήσεις να επικοινωνήσεις, θα χαρώ. Ελπίζω να μην ξεχάσεις την αγάπη που σου έχω.

Φιλιά, Πέτρος

28.12.23

9η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ:Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ 8ΧΡΟΝΗ ΚΟΡΗ ΜΟΥ.

 


Η ζωή μου άλλαξε όταν διαπίστωσα, μετά τα 8 χρόνια της μικρής μου κόρης ότι πάσχει από αυτισμό... Ο άντρας μου δυστυχώς δεν άντεξε την πίεση του προβλήματος και όλη τη διαδικασία για να μπορέσουμε να κάνουμε λειτουργική την Πόπη και μου ζήτησε διαζύγιο. Ο επόμενος χρόνος ήταν αρκετά δύσκολος για εμένα, γιατί είχα τις δυσκολίες μεγαλώνοντας μόνη σου ένα παιδί με δυσκολίες και από την άλλη να είσαι μόνη σου χωρίς υποστήριξη βέβαια δίπλα μου ήταν οικογένειά μου από την αρχή παρόλα αυτά, αισθάνομαι μοναξιά και αρκετή πίεση. Η μικρή μου πριγκίπισσα ήταν τόσο όμορφη πόσο στεναχωριόμουν που δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε όπως θα ήθελα παρόλα αυτά μου έδινε την αγάπη της με όποιον τρόπο μπορούσε. Οι ευτυχισμένες μέρες δεν ήταν συχνές για το σπιτικό μου δυστυχώς οι κρίσεις της Πόπης ήταν συχνές. Μία μέρα ήταν και αυτή που με έκανε να ανησυχήσω πάρα πολύ για εκείνην. Είχα μπει για μπάνιο, ήσυχη ότι την είχα αφήσει να παίζει στο σαλόνι. Η ησυχία είχε απλωθεί στο σπίτι μου και αυτό μη είχε κάνει να ανησυχήσω πάρα πολύ...Την φώναζα συνέχεια προσπαθώντας να δω πού είναι αλλά δεν μου απαντούσε τότε ξεπλύθηκα γρήγορα και άρχισα να βγαίνω από το ντους.

«Πόπη!» Έλεγα συνέχεια αλλά τίποτα.

Άρχισα να ουρλιάζω αλλά η κόρη μου πουθενά, με έπιασε πανικός, αποφάσισα να καλέσω τους γονείς μου να έρθει να το σπίτι και κάλεσα αμέσως και την αστυνομία αλλά και τον πατέρα της... Η αγωνία μου ήταν μεγάλη, προσπαθώντας να σκεφτώ που θα μπορούσε να έχει πάει αλλά τίποτα. Η αστυνομία ξεκίνησε την αναζήτηση χωρίς αποτέλεσμα… Κόντευα να τρελαθώ από την αγωνία μου. Τότε άρχισε να μου επιτίθεται ο πρώην άνδρας μου λεκτικά:

«Που είχες το μυαλό σου; Που ήσουν και σου ξέφυγε;»

«Τολμάς να με ρωτάς εσύ; Έχεις θράσος, μας παράτησες και έφυγες και τώρα μου κάνεις υποδείξεις. Καλός είσαι εσύ!»

«Δεν είναι ώρα για να μου ρίξεις ευθύνες αλλά να βρούμε το παιδί!»

Όση ώρα εμείς το τσακωνόμασταν η αστυνομία καλούσε στις σταθερό του σπιτιού λέγοντας με, ότι βρέθηκε ένα κοριτσάκι με τα ίδια χαρακτηριστικά με το παιδί μας χτυπημένο λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι μας και όλοι τρέξαμε προς τα εκεί ελπίζοντας να είναι η Πόπη μας αλλά να μην έχει χτυπήσει πάρα πολύ σοβαρά.

22.12.23

8η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΨΕΥΤΙΚΗ ΜΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ.



 

Αρχίζω να πληκτρολογώ για να μπω στο Facebook, ευτυχώς λείπει η γυναίκα μου όποτε θα είμαι ελεύθερος… Το προφίλ μου, το έχω εδώ και πέντε χρόνια για να ξεσκάω από την ζωή μου στην οποία πιέζομαι και όταν θέλω να ηρεμώ από τα παιδιά και την Άννα. Εδώ  μέσα είναι όλα πιο απλά και βέβαια το διασκεδάζω! Έχω τοποθετήσει μια φωτογραφία του γυμναστή μου, του Πέτρου –στην οποία δεν φαίνεται το πρόσωπο του –και όταν συναντιέμαι λέω ένα παραμύθι ότι έχω ένα πρόβλημα υγείας και ότι έχω παραμελήσει το σώμα, με πιστεύουν και με αυτό τον τρόπο μπορώ να προσελκύω γυναίκες και να περνάω όμορφες στιγμές μαζί τους. Αυτή την περίοδο μιλάω με μία πολύ γοητευτική γυναίκα, γύρω στα τριάντα πέντε,  διαφημίστρια και πολύ φιλόδοξη και από ότι έχω καταλάβει από τις συζητήσεις μας: δεν θέλει παιδιά και οικογένεια είναι η ιδανική περίπτωση για μία περιπετειούλα! Από τι έχω συνειδητοποιήσει είναι πληγωμένη και θα είναι πιο εύκολα να πείσω το νέο μου θύμα, να βγούμε για καφέ... Πιστεύω ότι σε λίγες μέρες έχω δεχτεί και τα υπόλοιπα είναι θέμα προσέγγισης.

Αν δεχτεί να βγούμε μετά θα της πω ένα παραμύθι και θα περάσω λίγες όμορφες στιγμές μαζί της. Ομολογουμένως είναι μία γυναίκα και με έχει κεντρίσει σεξουαλικά. Ξεκινάω να της γράφω:

«Καλησπέρα, πού είσαι χαμένη δύο μέρες...» Και περιμένω απάντησή της. Βλέπω ότι είναι ενεργή στη συνομιλία οπότε έχω πάρα πολύ αγωνία να δω τι θα απαντήσει.

Κοιτώντας την ώρα για να υπολογίσω τι ώρα θα γυρίσει η Άννα με τα παιδιά στο σπίτι για να κλείσω τα social media. Η γυναίκα μου εκνευρίζεται πάρα πολύ όταν με βλέπει να σερφάρω αρκετές ώρες μπροστά στον υπολογιστή. Μου έχει πει ότι δεν της αρέσει να έχω προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα ενώ εκείνη δεν έχει και θέλει να το διαγράψω αλλά προσπαθώ να την πείσω και κάθε φορά βρίσκω τρόπο να την τουμπάρω. Ο σκοπός μου δεν είναι να χωρίσω την γυναίκα μου αλλά να περάσω απλά λίγο ξένοιαστα την ώρα μου γιατί βαριέμαι τη ρουτίνα που ζω τα τελευταία χρόνια.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε ο ήχος του μηνύματος από το messenger, ήταν η Έλενα...

«Δυστυχώς λόγω δουλειάς τρέχω πάρα πολύ αυτές τις μέρες και δεν έχω προλάβει να σου απαντήσω στα προηγούμενα μηνύματα αλλά να ξέρεις πόσο σκέφτομαι θα τα πούμε μετά θα σου στείλω το βράδυ μήνυμα...Σου έστειλα χθες αλλά δεν απάντησες.

«Ναι, σου έχω γλύκα μου ότι ξυπνάω πολύ λόγω της εργασίας μου και κοιμάμαι νωρίς…» της απαντάω.

 Το διαβάζει και μετά από λίγα λεπτά αποσυνδέεται. Το βλέπω και της στέλνω μία καρδούλα και μετά από λίγα λεπτά βγαίνω και εγώ, και ξεκινάω κάποιες άλλες δουλειές μέχρι να έρθει η γυναίκα και τα παιδιά μου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας δυστυχώς δεν μπορώ να μπω στο προφίλ γιατί είμαι με την οικογένειά μου σε μία απογευματινή έξοδο. Οι επόμενες μέρες ήταν πάρα πολύ δύσκολες στη δουλειά μου αλλά και στο σπίτι ευτυχώς μου δίνει αυτή την ευκολία η εταιρία που δουλεύω, από την άλλη η Άννα έχει πάρα πολλά νεύρα και συνεχώς έχουμε καυγάδες εγώ είμαι κλεμμένος στο γραφείο… με το tablet και μιλάω με την Έλενα, η παρέα της μου κάνει πάρα πολύ καλό, λέγοντας στην Άννα ότι κάνω δουλειά και αργά το απόγευμα παίζω με τα παιδιά μου.

3 ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ

Η μεγάλη μέρα έχει φτάσει στις 18:00 που θα συναντηθώ να με την Έλενα και αρχίζω  να ετοιμάζομαι σιγά-σιγά από τις 5:00… εκείνη την ώρα μπαίνει η γυναίκα μου αμέσως το δωμάτιο με κοιτάζει και με ρωτάει:

«Για που ετοιμάζεσαι; θα βγω με ένα συνάδελφο από τη δουλειά ίσως αργήσω οπότε φάτε εσείς για βράδυ και θα τα πούμε πιο μετά.»

«Και εμένα πότε θα μου το έλεγες;»

 «Θα το έλεγα. Μην αρχίζεις τώρα την γκρίνια.»

«Το τελευταίο διάστημα  η συμπεριφορά σου έχει χειροτερέψει πάρα πολύ και θέλω να συζητήσουμε πολύ σοβαρά δεν μου αρέσει που ξημεροβραδιάζεσαι με το tablet στο χέρι.»

«Πω!  Αυτή  η γκρίνια σου πια δεν αντέχω άλλο αλήθεια,  ξέρεις ότι δουλεύω. Φεύγω για να μην αργήσω και θα τα πούμε ύστερα!»

Ανεβαίνω στη μηχανή και ξεκινάω για τον τόπο συνάντησης της είπα να βρεθούμε στην νέα Σμύρνη...Η Κηφισιά είναι αρκετά μακριά αλλά το κάνω μην μας δει κανένα μάτι. Είμαι πολύ αγχωμένος και προσπαθώ να βρω τις κατάλληλες λέξεις για να την πείσω, να μην φύγει όταν με αντικρίσει. Μετά από σαράντα λεπτά διαδρομής, παρκάρω την μηχανή λίγο πιο κάτω από την πλατεία, και αρχίζω να περπατάω προσπαθώντας να κρατηθώ ψύχραιμος μέχρι που, διαπιστώνω από μακριά μία κοπέλα να κρατάει ένα τριαντάφυλλο όπως την έχω πει, για να την αναγνωρίσω… Είναι λίγο κοντή, αλλιώς φαινόταν στις φωτογραφίες όμως δεν πειράζει θα περάσουμε καλά. Την  πλησιάσω πάρα πολύ, και της κλείνω τα μάτια με τα χέρια μου.

«Επιτέλους θα σε γνωρίσω…» της λέω και γυρνάει και παγώνω... Δεν το πιστεύω ότι πίσω από τη φωτογραφία ήταν εκείνη.

«Κώστα;»

«Δήμητρα;»


14.12.23

7η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ!


 

Πονούσαν όλα τα κόκκαλα μου, δεν άντεχα άλλο… ο πονοκέφαλος μου με είχε τρελάνει και ήθελα να ουρλιάξω. Είχα διπλωθεί στο πάτωμα, είχα φέρει τα πόδια στη κοιλιά μου και  είχα βάλει το κεφάλι μου ανάμεσα τους. Ξαφνικά άκουσα θόρυβο και ήξερα ότι είχε εισβάλει στο χώρο ο πατέρας μου προσπαθώντας να με πλησιάσει.

«Φύγε…» του  είπα αγριεμένος.

Τα μάτια του ήταν αγχωμένα καθώς με πλησίαζε αλλά δεν σταμάτησε, ήταν τολμηρός από την μια ήθελα να τον αγκαλιάσω και από την άλλη του φώναζα. Κάθισε κάτω δίπλα μου, και δεν μου μιλούσε –απλά με κοιτούσε. Άπλωσε το χέρι του και τα μάτια του ήταν βουρκωμένα.

«Αγόρι μου είμαι εδώ και σ’ αγαπάω. Πρέπει να προσπαθήσεις να το νικήσεις και θα το κάνεις είμαι σίγουρος.»

Εγώ γέλασα δυνατά και του έσπρωξα το χέρι …

«Δεν ξέρω αν γίνω ποτέ το παιδί που θέλεις, να φοράω όμορφα ρούχα, να έχω μια  καλή δουλειά και να με θαυμάζουν όλοι. Το κυριότερο από όλα να υπάρχει μια κοπέλα  με την προοπτική γάμου. Μην περιμένεις ότι θα αλλάξει κάτι εγώ σε δυο – τρεις μέρες θα φύγω.» του είπα ξερά.

«Μην το κάνεις!» μου είπε σε παρακαλώ.

Όσο και αν επέμενα ο πατέρας μου δεν κατάφερνε τίποτα με την επιμονή και τα λόγια του  δεν μπορούσε να με πείσει να παλέψω να ξεφύγω, η αλήθεια ήταν ότι θέλω όμως δεν γίνεται.  –Όταν παίρνω  την δόση μου μεταφέρομαι στο μαγικό μου κόσμο δίχως σκέψεις, πόνο και δυστυχία… όλα κυλούν ευχάριστα όταν συνέβη αυτό παρόλο που οι άλλοι δεν το βλέπουν αυτό, αλλά δεν με ένοιαζε. – Είχα γίνει μούσκεμα από το τρέμουλο της εξάρτησης, δεν άντεχα άλλο αυτό το βάσανο.  Έψαχνα οτιδήποτε μπορούσε να με ανακουφίσει, ο πατέρας μου έφυγε για να πάει στην δουλειά όποτε αποφάσισα να αρχίσω να ψαχουλεύω για χάπια. Ύστερα, βρήκα τα μυοχαλαρωτικά χάπια του πατέρα μου και άρχισα να  παίρνω ένα – ένα. Κάποια  λεπτά αργότερα ακούμπησα πίσω και περίμενα την επίδραση τους, σε συνδυασμό με το ουίσκι. Τελικά  τα είχε καταφέρει και με πήρε ο ύπνος, ο πατέρας μου με βρήκε αναίσθητος και προσπαθούσε να με βάλει να κάνω εμετό προσπαθώντας με το χέρι του, να προκαλέσει αυτή την διαδικασία.

Ένιωθε σαν να έπαθε ηλεκτροσόκ και άρχιζα να βγάζω ότι υπήρχε στο εσωτερικό  της κοιλιάς μου.

«Ηρέμησε παιδί μου! όλα θα πάνε καλά…»

«Δεν το βάζεις κάτω έ;»

«Είσαι το παιδί μου, θα παλεύω για σένα μέχρι να πεθάνω.»

«Το θέμα δεν είναι να πεθάνεις εσύ αλλά εγώ…»

«Όχι παιδί μου μην το λες αυτό!»

«Άσε το μελόδραμα τώρα. Ξέρουμε και οι δυο ότι  θα ήταν η ζωή σου πιο ήρεμη»

Αν ζούσε η μητέρα σου, Σπύρο θα στεναχωριόταν αν σε έβλεπε έτσι.»

«Τι την ανακατεύεις αυτήν! Αυτή πέθανε…»

«Δεν το ήθελε αγόρι μου, κάποια στιγμή πρέπει να την συγχωρέσεις.»

«Φύγε και παρατάμε!» του είπα και τον έσπρωξα έξω από το μπάνιο.

 

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΜΕΡΑΣ

Ξάπλωσα σε αυτό το κρεβάτι , και η εικόνα της άρχισε να έρχεται στο μυαλό… η μυρωδιά βανίλιας απλώνοντας παντού το αγαπημένο της απορρυπαντικό κόντευε να με τρελάνει. Ανάθεμα, γιατί το χρησιμοποιεί ακόμη ο πατέρας;  Του το έχω πει ότι μ’ ενοχλεί αλλά η αλήθεια είναι ότι με κάνει να την περιμένω… Κοιτάω την πόρτα και σκέφτομαι, πόσο πολύ μου λείπει. Έχω ξαπλώσει δίπλα στο κρεβάτι –στο πλάι σε στάση εμβρύου περιμένοντας να ηρεμήσω από το τρέμουλο της εξάρτησης. Το ξημέρωμα  άνοιξα τα μάτια μου και είδα  τον πατέρα μου, που κρατούσε ένα φλιτζάνι καφέ και καθόταν στην πολυθρόνα.

«Καλημέρα παλικάρι μου! Σου έφερα καφέ.»

«Δεν θέλω τίποτα…»

«Εγώ πρέπει να λείψω για λίγο, θα πάω στην δουλειά, αλλά του έχω ζητήσει από αύριο να δουλεύω εδώ για να σε φροντίζω…

Ήξερε ότι ήταν η τελευταία μου ευκαιρία, αν ήταν συνέχεια στο σπίτι δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα… Έπρεπε να ξεφύγω, μόλις άκουσα την πόρτα, άνοιξα το παράθυρο, και δραπέτευσα από την φυλακή μου. Τα επόμενα βράδια βρισκόμουν με τους φίλους μου και μια πιο «ήσυχη» περίοδος ξεκινούσε. Καθημερινώς έπαιρνα την δόση μου και ήμουν ευτυχισμένος! Όμως τα λεφτά που είχα πάρει από το συρτάρι του πατέρα μου, τέλειωναν… Τότε οι φίλοι μου, μου πρότειναν να τους βοηθήσω στην δουλειά τους. Έκλεβαν σπίτια! Κάτι,  το οποίο προσπαθούσα να μην κάνω, αλλά δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς την δόση μου. Εκείνο το βράδυ, εισέβαλλα σ’ ένα τριάρι κάνω μια μεγάλη μπάζα τα έδωσα για να πάρω την δόση. Την επόμενη φορά με έπιασαν και με χτύπησαν…        

7.12.23

6η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΨΕΥΣΔΑΙΣΤΗΣΗ!

 


Από την πρώτη στιγμή αντικρίζω το βλέμμα σου ήξερα ότι θα ήταν η καταστροφή μου. Καλοκαίρι, Ιούλιος ήταν νομίζω πέρσι στο κέντρο της Αθήνας και ξαφνικά κάποιος με έσπρωξε. Παραπάτησα και σπάει το τακούνι μου και έσπασε. Αισθάνθηκα μία ζάλη δεν ξέρω αν ήταν από την πτώση το άρωμά του ή τα μάτια του; Δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω αν ήταν μπλε ή πράσινα αλλά με μάγεψαν πραγματικά, έπεσε και ο καφές μου στο πεζοδρόμιο.

 «Συγνώμη χτυπήσατε;» μου είπε και εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου. Ήταν σκυμμένος μπροστά μου και του χαμογέλασα.

«Μην ανησυχείτε είμαι καλά… Απλά παραπάτησα.» του απάντησα.

«Να σε κεράσω ένα καφέ γιατί σας το έριξα.» μου είπε.

«Δεν έγινε τίποτα σημαντικό για ένα καφέ.» προσπάθησα να αποφύγω την κουβέντα ευγενικά.

«Αφήστε να σας κεράσω έναν καφέ μη μου το αρνηθείτε.» Το σκέφτηκα λίγα δευτερόλεπτα και μετά δέχτηκα.

Φτάσαμε σε ένα κοντινό καφέ είχε αρκετή οχλαγωγία, μου είχε δημιουργήσει πονοκέφαλο αποφασίσαμε λοιπόν να κάτσουμε έξω. Η ώρα κυλούσε τόσο ευχάριστα που δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα έφτασε το μεσημέρι.

«Δυστυχώς πρέπει να φύγω. Σε ευχαριστώ για τον καφέ Φίλιππε.»

Τότε εκείνος μου κράτησε το χέρι και μου απάντησε:

Και εγώ χάρηκα Σοφία! Θέλω να σε ξαναδώ.»

Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα μου και έγραψε το κινητό του. Αυτή η κίνηση του με ‘φέρε λίγο σε αμηχανία.

«Τώρα θα έχεις το τηλέφωνο και ελπίζω να τα συναντηθούμε .»

 «Θα τα ξαναπούμε Φίλιππε. Του είπα και προχώρησα από την αντίθετη κατεύθυνση.

Τότε δεν το γνώριζα αλλά ξεκινούσε μία ιστορία αγάπης. Ο καιρός περνούσε και ο Φίλιππος ήταν υπέροχος υπήρχε όμως ένα χαρακτηριστικό του που με ενοχλούσε πάρα πολύ –δεν ήθελε να έχω φίλους και έχω πάρα πολύ κόσμο γύρω του. Το είχα μιλήσει για αυτό αλλά το αρνήθηκε ευγενικά. Πήγαιναν όλα μία χαρά και μετά από σχεδόν εννιά μήνες μετακόμισα στο σπίτι του. Η δουλειά μου ήταν διακοσμήτρια και ήμουν σε επαφή με πολύ κόσμο, το τελευταίο διάστημα φαινόταν ότι δεν το είχε ξεπεράσει, τον ενοχλούσε πάρα πολύ το Φίλιππο. Μου έλεγε ψέματα, ότι όλα ήταν καλά. Ζήλευε παθολογικά! Ετοιμαζόμουν για να βγω με κάτι συναδέλφους από τη δουλειά.

«Πάλι με αυτούς θα βγεις έξω;»

«Μα αγάπη μου, είναι επαγγελματικό ραντεβού.»

«Γιατί αντιδράς έτσι; γιατί δεν θέλω να σε πλησιάζουν όλοι οι άντρες.»

«Από πότε είσαι εσύ ζηλιάρης;

 «Δεν είμαι ζηλιάρης! Απλά σε αγαπώ πάρα πολύ και ανησυχώ.»

«Μη με πιέζεις σε παρακαλώ...»

Η επόμενη εβδομάδα ήταν κάπως περίεργη – ο Φίλιππος μιλούσε με κάποιους φίλους του στο διαδίκτυο και μέσα σε αυτούς υπήρχε και μία κοπέλα που φαινόταν ότι ενδιαφερόταν για το αγόρι μου, το είδα και το είπα στο Φίλιππο. – Με  καθησύχασε λέγοντας ότι θέλει να την έχει από κοντά γιατί θα τον βοηθήσει στη δουλειά του, του έφερνε πελάτες για το χρηματιστήριο και από την άλλη του ανεβάζει πάρα πολύ την ψυχολογία όταν στη δουλειά όταν τα πράγματα πάνε χάλια. Αυτές οι δηλώσεις του με προβλημάτισαν πάρα πολύ… ΕΝΑΣ ΜΗΝΑΣ ΜΕΤΑ

Ένα σαββατόβραδο, ετοιμαζόταν να βγει και τον παρατηρούσα καθώς ντυνόταν.

«Θα βγεις;» τον ρώτησα

«Γιατί θες κάτι;» απάντησε με ερώτηση.

«Έχεις αλλάξει συμπεριφορά, έχω κάνει κάτι εγώ και για αυτό έχεις απομακρυνθεί από μένα;»

Γέλασε και μετά έδεσε τα κουμπιά του πουκαμίσου του έβαλε μία ζακέτα και προχώρησε προς την πόρτα.

«Αυτός είμαι δεν μπορώ να γίνω κάποιος άλλος.»

«Σοβαρά; Στην αρχή μου έδειξες ότι είσαι κάποιος άλλος... Σου πέρασες άλλη εντύπωση.»

«Θες κάτι άλλο;»

«θέλω να μου πεις γιατί άλλαξες τόσο πολύ;»

«Μα δεν άλλαξα αυτός μου είμαι.»

«Τι θες να μου πεις ότι σου αρέσει να έχεις ανθρώπους ν’ ακολουθούν και να σε θαυμάζουν και εσύ να τους δίνεις ψίχουλα;»

«Δίνω ότι μπορώ και δεν βλέπω να αντιδράει κάνεις, άσε με τώρα γιατί θα αργήσω.»

Το ίδιο βράδυ γύρισε μεθυσμένος και ξεκίνησε έναν μεγάλο καβγά μέχρι που με χτύπησε… Εγώ πάγωσα πήρα το κινητό μου και άρχιζα να τρέχω και εκείνος με κυνηγούσε!

 

 


30.11.23

5η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΗΝ «ΦΙΛΗ» ΜΟΥ


 

Η ζωή μου δεν έχει μεγάλες χαρές ή λύπες από την ημέρα που έφυγα από τα Τρίκαλα Κορινθίας για να έρθω για σπουδές εδώ, η απόφαση για να μείνω στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολη αλλά η ευκαιρία που δόθηκε μετά το μεταπτυχιακό ήταν κάτι που δεν θα έβρισκα ποτέ στα μέρη μου. Έκανα την κάρδια μου πέτρα και εγώ και οι γονείς μου και επιλέξαμε να είμαστε μακριά. Δυστυχώς μου λείπουν και οι δικοί μου και οι φίλοι μου. Η καθημερινότητα μου είναι πολύ τυπική, δουλειά και σπίτι. Δεν έχω κανέναν, νιώθω μοναξιά… με τις φίλες μου μιλάω μέσω των κοινωνικών δικτύων  αλλά δεν είναι το ίδιο με την από κοντά επαφή, είναι με τις οικογένειες τους πλέον Νιώθω μόνη μέχρι την ημέρα που γνωρίζω την Νατάσσα την τρακάρω στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και έπειτα γινόμαστε φίλες. Η Νατάσσα είναι και παραμένει ο άνθρωπος που με ξέρει καλύτερα από όλους. Τα επόμενα πέντε χρόνια είναι υπέροχα, είμαστε αχώριστες κάποια στιγμή μου εκμυστηρεύεται  ότι της άρεσαν οι γυναίκες –εμένα αυτό δεν με πείραζε καθόλου, ως κολλητή της λατρεύω την χαρά και την τρέλα της. Εν τω μεταξύ η σχέση με τον Στέφανο δεν πάει καλά τα τελευταία χρόνια, περνάει κρίση και μετά από πολλούς τσακωμούς χωρίσαμε με τον Στέφανο. Το πρώτο διάστημα είμαι πολύ στενοχωρημένη, εξάλλου ο χωρισμός λένε είναι ένας μικρός θάνατος, μου πήρε εννιά μήνες αλλά καταφέρνω να επιστρέψω στην καθημερινότητα μου. Η Νατάσσα έχει φύγει για ένα επαγγελματικό ταξίδι όποτε είμαι ολομόναχη. Αποφασίζω  να βγω και να πιω ένα ποτό και βρίσκομαι σ’ ένα δωμάτιο ενός διαμερίσματος με έναν γοητευτικό άνδρα που τελικά δεν καταφέρνω να ενδώσω στην ερωτική του πολιορκία, αφήνω  το βραδινό μου ραντεβού και φεύγω γρήγορα. Περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας παίρνω ένα ζεστό ρόφημα από ένα μαγαζί που είναι ανοιχτό εικοσιτετράωρο και γυρνώ στην ασφάλεια του σπιτιού μου, μου έχει λείψει η φίλη μου και ανυπομονώ να την δω… Σκέφτομαι λοιπόν να  της ετοιμάσω μια έκπληξη να της πάρω το αγαπημένο της γλυκό και συμμαζέψω –γιατί έχω τα κλειδιά για να βάζω φαγητό στο σκυλάκι της ευτυχώς μένουνε δυο τετράγωνα μακριά. –

Με την επιστροφή έφερε έναν άνθρωπο, που μου την παρουσίασε ως την νέα της σχέση. Είναι μια όμορφη κοπέλα, αγγλίδα, μορφωμένη με πολλά ταλέντα ήταν όμορφο ζευγάρι. Όμως κάτι επάνω της δεν μου άρεσε! Στον εαυτό δεν θα το κρύψω αλλά σε εκείνη δεν είπα τίποτα, ήταν πολύ ευτυχισμένη, ίσως γιατί ήμουν μόνη μου. Η Νικολ είχε φεύγει για ταξίδι για να επιστρεφτεί για ταξίδι. Εμείς μετά από καιρό κάναμε πράγματα μαζί. Κατά την διάρκεια της βόλτας γελούσαμε, τραγουδούσαμε! Η «γνωστή» Νατάσσα η χαρά της απλωνόταν παντού. Ευτυχώς  οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι αλλά φτάσαμε  Παρκάρω το αμάξι και μου προτείνει να ανέβω επάνω γιατί ήθελε παρέα, ήμουν κάπως ζαλισμένη και αποφάσισα να το κάνω ήταν ευκαιρία να την δω και να συνέλθω.

«Θες να κοιμηθείς σήμερα σε μένα;» με ρώτησε.

«Άμε…»

«Κάτσε σαν το σπίτι!» μου απάντησε εκείνη.

Της τσιμπάω το μάγουλο και κάθομαι στο καναπέ της. Εκείνη πηγαίνει να φέρει ποτά, βλέπω ότι η φωτογραφία μας έχει αλλάξει θέση και έχει πάει πιο πίσω και μπήκε μπροστά η φωτογραφία της με την Νικολ, με στεναχώρησε.

«Έφερα τα ποτά!» είπε η Νατάσα.

«Ευχαριστώ…» Κοιτούσα τις φωτογραφίες μας και έπειτα γύρισα προς το μέρος της.

«Τι έχεις;»

«Τίποτα.»

«Σε ξέρω πολύ καλά, το τίποτα έχει πολλές σκέψεις από πίσω.»

«Μην ανησυχείς κορίτσι μου, όλα καλά.» της είπα και έπιασα το χέρι. Με πήρε αγκαλιά και αισθάνθηκα την αγάπη της, έτσι χαλάρωσα.

«Είσαι ο σημαντικότερος άνθρωπος στη ζωή μου!» μου εκμυστηρεύτηκε.

Της χαϊδεύω το μάγουλο και εκείνη με πλησιάζει. Χαμογέλασε. Έπειτα γέρνει κοντά μου και με φιλάει στα χείλη, για κάποια λεπτά παγώνω. Ενδίδω ερωτικά στη κολλητή μου. Τελικά ήμουν ερωτευμένη μαζί της; Μήπως το έκανε αυθόρμητα;

«Γιατί το έκανα αυτό;» ρωτάω τον εαυτό μου.              

 

 

23.11.23

4η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ


 

Ξυπνάω με βάρβαρο τρόπο λόγω του ξυπνητηριού πόσο το σιχαίνομαι αυτό. Τρίβω τα μάτια μου, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου να σηκωθεί… Δεν μπορούσα να κοιμηθώ από την ανησυχία μου γιατί ο Θέμης, ο αδερφός είναι άφαντος εδώ και δέκα πέντε μέρες και αγχώνομαι για εκείνον. Πήγα στην αστυνομία και έκανα δήλωση εξαφάνισης. .» Έχω τρομάξει πάρα πολύ γιατί η αστυνομία μου λέει ότι από την στιγμή που είναι ενήλικας λίγα πράγματα μπορούν να κάνουν. Ελπίζω να είναι καλά Παναγία μου, να μην έκανε καμιά απόπειρα αυτοκτονίας: έπεσε από καμιά γέφυρα, να μην έχει πιει πολύ και είναι κάπου αναίσθητος. Κατά βάθος ξέρω ότι πολύ ευαίσθητος!  

«Τα τελευταία χρόνια θεωρώ ότι η κατάσταση έχει γίνει ανυπόφορη αλλά δεν με ακούει… Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να τον πάω σε ψυχολόγο, ειδικά μετά τον θάνατο της μητέρας μας –νιώθω ότι δεν το αντιμετώπισε ποτέ και αυτό έχει οξύνει την  κατάσταση. Ώρες –ώρες αισθάνομαι ότι είμαι με δυο διαφορετικά άτομα, μπορεί να ξυπνήσει και να μην θέλει να μου μιλήσει, να μην έχει όρεξη σε κανέναν και μετά από λίγο να έρθει να με πάρει αγκαλιά και να μου πει: Ότι δεν του μιλάω! –Το έχω εξηγήσει ότι αυτό δεν είναι φυσιολογικό αλλά δεν πείθεται. Φοβάμαι μην έγινε κάτι κακό  στο ταξίδι του και το οδήγησε στην εξαφάνιση.  Το τελευταίο διάστημα έπινε, πιστεύω ότι βίωνε μια μορφή κατάθλιψης… Ο ψυχολόγος μου, μου έχει πει ότι αν τα συμπτώματα αρχίζουν να γίνονται πιο έντονα και δεν δέχεται βοήθεια τότε ενδεχομένως πρέπει να σκεφτώ να τον πάω σε ένα ψυχίατρο για να πάρει κάποια αγωγή. Προσπαθώ  να συνεχίσω τη καθημερινότητα μου, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο για μένα. Ο Θέμης πάντα ήταν ένα ιδιαίτερο παιδί, με τη μόνη διαφορά ότι τώρα δεν υπάρχουν οι γονείς μας για να μας στηρίξουν, είμαι μόνη μου και πάντα πρέπει να βρίσκω λύσεις στα ξεσπάσματα του, αλλά και αυτό το νέο συμβάν. Που είναι Χρίστε μου; Ας μην έχει πάθει κάτι κακό… αναρωτιέμαι και τα μάτια μου τρέχουν.

Οι ώρες περνούν δύσκολα, έχω το νου μου στο τηλέφωνο μήπως με καλέσει η αστυνομία όσο ετοιμάζομαι για την δουλειά μου όταν ακούω μια έκτακτη είδηση στην τηλεόραση: «Άνδρας αγνώστων στοιχείων βρέθηκε στην λίμνη Ιωαννίνων, με βαριά τραύματα. Στο αριστερό χέρι έχει ένα τατουάζ με όνομα Μαρίνα.» Παγώνω μπορεί να είναι ο Θέμης! σκέφτομαι.

 

16.11.23

3η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ


 

Οι απαγωγείς  μου έχουν να εμφανιστούν κάποια εικοσιτετράωρα, και έχω μείνει χωρίς νερό! Φοβάμαι, δεν θέλω να πεθάνω. Κλείνω τα βλέφαρα μου να ηρεμήσω… Είμαι τρομαγμένη! Πονάω, τα χέρια μου σίγουρα είναι γεμάτα πληγές από το χοντρό σχοινί που τα έχουν δέσει, όπως και τα πόδια μου. Προσπαθώ να αφουγκραστώ τους εξωτερικούς ήχους από έξω αλλά δυστυχώς δεν ακούω τίποτα και αρχίζω να κλαίω. Ψάχνω τρόπους να ξεφύγω αλλά δεν υπάρχουν. Η ψυχολογική μου κατάσταση είναι απαίσια, ξαφνικά ακούω την πόρτα να ανοίγει και γυρίζω το βλέμμα προς τα ‘κει.

«Γιατί με κρατάς ακόμη;» του λέω με όση δύναμη διαθέτω.

«Γιατί ο καλός σου ο πατερούλης δεν έχει δώσει τα χρήματα.» μου απαντάει με ειρωνεία και γελά. 

«Αποκλείεται!»

«Άκου να δεις κοριτσάκι, σε λίγο θα βάλω μια κάμερα και θα πεις στο μπαμπάκα σου, πόσο απαίσια περνάς και να μας δώσει τα χρήματα σε εικοσιτέσσερις ώρες αλλιώς το καταπληκτικό λαιμουδάκι σου θα το κόψω στα δυο.»

«Νερό… Θέλω νερό!»

«Σκάσε!»

«Δεν θα σου είμαι χρήσιμη αν πεθάνω.» του απαντώ.

Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, ένας κόμπος είναι στο λαιμό και προσπαθώ να καταπιώ αλλά δεν μπορώ λόγω του φόβου. Τα σκούρα του μάτια είναι ήταν σαν να βλέπω τον διάολο μπροστά μου. Έρχεται κοντά μου με το ποτήρι για να πιω, καταπίνω όλο το περιεχόμενο του ποτηριού, εκείνη την ώρα πάει να το αρπάξει και εγώ το χτυπάω. Τα γυαλιά έχουν σκορπίσει παντού, είναι εξοργισμένος το βλέπω! Ελπίζω να καταφέρω να κρύψω ένα κομμάτι χωρίς να το καταλάβει. «Θεέ μου, αν το συνειδητοποιήσει θα με σκοτώσει, το βάζω κάτω από το πόδι, αν το δει είμαι σίγουρα νεκρή.

«Γιατί το έκανες αυτό;»

«Ήθελα κι άλλο…»

«Τι;»

«Νερό…»

«Αχάριστη παλιοβρόμα, δεν έπρεπε να σου δώσω τίποτα.»

«Αν δεν μου δώσεις θα πεθάνω!»

«Θα πεθάνεις έτσι και αλλιώς γιατί ο λατρεμένος σου πατέρας, δεν βλέπω να τα πληρώνει…»

«Λες ψέματα, ο πατέρας μου με λατρεύει!»

«Αν δεν πάρουμε τα λεφτά μέσα σε δυο εικοσιτετράωρα δεν θα υπάρχει μετά ούτε σαν ιδέα…»

«Δώσε μου κάτι να φάω.»

«Σκάσε επιτέλους, θα σε σκοτώσω!»

Μόλις καταφέρνω να κρύψω το κομμάτι το γυαλί κάτω από το πόδι μου… Μου ρίχνει μια δυνατή κλωτσιά στη κοιλιά και λιποθυμώ από τον πόνο. Ξαφνικά μετά από λίγο με ξύπνησε ο συνεργός του απαγωγέα, το πρώτο πράγμα που θέλω να δω αν υπάρχει ακόμη το γυαλί.  Προσπαθεί να με σηκώσει, αν δει ότι το κρύβω, θα με σκοτώσει!

«Δώσε μου ένα λεπτό, γιατί πονάω.»

«Σήκω πάνω γιατί αν έρθει δεν θα είναι τόσο ευγενικός μαζί σου.»

«Το ξέρω, δώσε μου ένα λεπτό… Θα σηκωθώ!»

 Κρύβω το γυαλί μέσα στην κάλτσα μου. «Θεέ μου πονάει τόσο, αλλά δεν ξέρω  άλλο τρόπο αλλιώς θα με σκοτώσει. Έχουν στήσει ένα σκηνικό,  βλέπω μια κάμερα μπροστά μου και μια καρέκλα στην οποία με βάζουν δεμένη, μου κατεβάζουν το μαντήλι που έχω στο λαιμό και μου λέει ο ένας από τους δυο:

 «Διάβασε αυτό το χαρτί και θα το μάθεις απ’ έξω! Φρόντισε να τα πεις καλά, μην το ξανά κάνουμε αλλιώς δεν θα περάσεις καλά.» με απείλησε. 

Αρχίζω να λέω το παραμύθι μόλις ανοίγει την κάμερα και παρακαλώντας τους οικείους μου να στείλουν τα χρήματα όσο πιο γρήγορα γινόταν γιατί δεν αντέχω άλλο. Γιατί ο πατέρας μου δεν έχει στείλει τα χρήματα; Πόσα ζητάει αυτός ο άνθρωπος; Που με ξέρει; Γιατί με φωνάζει αχάριστη; Αν δεν καταφέρω να φύγω σήμερα, το πιθανότερο είναι μην ξημερώσω άλλη μέρα. Όταν τελειώνω αυτά που είπα στην κάμερα, φεύγει εξαγριωμένος. Βγάζω το γυαλί, έχει μπει τόσο βαριά στο πόδι μου αλλά δεν γίνεται αλλιώς… Πρέπει να φύγω από δω μέσα  κόψω τα σχοινιά· τα χέρια μου έχουν κοπεί και τρέχουν αίματα αλλά στο τέλος τα καταφέρνω. Κόψω τα σχοινιά· τα χέρια μου έχουν κοπεί και τρέχουν αίματα αλλά στο τέλος τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να περπατήσω καλά αλλά πρέπει να κάνω. Αρχίζω να τρέχω με όση δύναμη μου έχει μείνει, βρίσκομαι σε κάτι αποθήκες… αν καταφέρω βρω την έξοδο ίσως και σωθώ. Δεν ξέρω πόση ώρα τρέχω μέχρι που λιποθυμώ.   

 

9.11.23

2η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΔΥΟ ΡΟΔΕΣ;

 



 

Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις μια απόσταση σ’ αυτή την πόλη;  Είναι ο δικός μου γολγοθάς από την ώρα που ανεβαίνω στο αναπηρικό μου αμαξίδιο. Πόσο μεγάλος αγώνας πρέπει να κάνω για να περάσω τον δρόμο όταν ένας «κύριος» έχει σταθμεύσει το αυτοκίνητο του μπροστά από την διάβαση δυσκολεύοντας την ζωή μου. Μα τον Θεό, έχω ανάγκη να βρίσω αλλά προσπαθώ να συγκρατήσω τα νεύρα μου… Νιώθω τα χέρια μου να κουράζονται, σπρώχνοντας τις ρόδες του αμαξιδίου, πρέπει να φτάσω στο προορισμό μου και ας νιώθω κουρασμένος. Αδιάκριτα βλέμματα με κοιτούν με περιέργεια, άλλοι με οίκτο και άλλοι με συμπάθεια, δεν δίνω σημασία. Ευτυχώς φτάνω στη στάση και κάθομαι δίπλα στο παγκάκι των πεζών… Κοιτώ το ρολόι μου λέει 12 το μεσημέρι. 

Η Ντίνα με περιμένει στην  Γλυφάδα στα KFC για να φάμε μετά από καιρό –είναι η μόνη φίλη που μου έχει μείνει μετά το ατύχημα, κατά βάθος είμαι ευτυχισμένος που θα την δω.  –Βλέπω το λεωφορείο να πλησιάζει και σηκώνω το χέρι μου για να σταματήσει, ελπίζω ότι θα κατεβάσει την ράμπα, γιατί θα γίνει χαμός όπως την προηγούμενη φορά. Ακινητοποιεί το μεγάλο όχημα και ανοίγει την μπροστινή πόρτα, πλησιάζω για καλή μου τύχη και βλέπω τον οδηγό να μου χαμογελάει και ενεργεί αναλόγως για να μπορέσω να εισέλθω μέσα στο λεωφορείο.

«Θέλετε να σας βοηθήσω;» μου λέει ο οδηγός καθώς πηγαίνω κοντά στο όχημα.

«Όχι, σας ευχαριστώ…» του απαντώ.

Κατά τη διαδρομή παρατηρώ ένα νεαρό που φιλάει μια κοπέλα και στο μυαλό μου έρχεται εκείνη. Με πονάει πάρα πολύ που με άφησε όταν έμαθε ότι δεν θα ξανά περπατήσω.. Πήγε όλη η αγάπη που μου είχε; τα λόγια της; οι υποσχέσεις της; Όλα τα πέταξε στον κάδο των απορριμμάτων μαζί με τα συναισθήματά μου. Τριάντα λεπτά αργότερα βλέπω από έξω ότι φτάνω στη Γλυφάδα. Αφού, κατεβαίνω, αρχίζω να τσουλάω το καρότσι μέχρι εκεί που είχαμε συνεννοηθεί με την Κωνσταντίνα, παρατηρώ πολλά καταστήματα που θα ήθελα να πάμε αλλά δυστυχώς δεν είναι προσβάσιμα. Η Αθήνα είναι μία αφιλόξενη πόλη, για ανθρώπους που έχουν κάποια δυσκολία όποια και να είναι αυτή! Μετά από λίγο βλέπω το KFC και κοιτώ την φίλη μου να με περιμένει έξω από το μαγαζί κάπως ανήσυχη.

«Ντινάκι!» Της φωνάζω.

«Ωπ, νόμισα ότι θ’  ερχόσουν με ταξί.» μου είπε η φίλη μου.

«Όχι, ήρθα με λεωφορείο...»

«Αν το ήξερα θα ερχόμουν να σε πάρω εγώ, να μην σε ταλαιπωρηθείς.»

«Δεν έκανα και τίποτα δύσκολο, μπήκα απλά ένα λεωφορείο – που ευτυχώς είχε ράμπα – δεν θα μπορούσα να μην κάνω τα πάντα για μία γυναίκα σαν και σένα.»

«Έλα τώρα σταμάτα τις κολακείες.»

«Όχι αλήθεια λέω…»

Κάτσαμε παρέα κοντά δύο ώρες, φάγαμε και πήγαμε μία βόλτα, στο πεζόδρομο που είναι δίπλα στην παραλία. Δυστυχώς είχα χάσει την δυνατότητα να νιώσω την άμμο στα πόδια μου και αισθανθώ ελεύθερος, με μία όμορφη παρουσία να με συντροφεύει. Η ζωή μου είχε αλλάξει από τότε που έπαθα το ατύχημα.

«Θες να δούμε ταινία;» μου προτείνει. Ξαφνιάζομαι πολύ που μου έκανε αυτή την πρόταση μετά όμως το δέχομαι. Έτσι η Ντίνα αποφάσισε να πάρουμε ταξί για να μην ταλαιπωρηθούμε με τα λεωφορεία και χάσουμε πολύ χρόνο. Μόνο που δεν υπολόγισε τη συμπεριφορά των οδηγών ταξί. Κάποιοι δεν σταμάτησαν καν, το έκαναν και επιδεικτικά, άλλοι αρνήθηκαν ευγενικά. Μέχρι που της λέω:

«Άστο αφήσουμε καλύτερα θα ταλαιπωρηθείς, θα σε βάλω σε ταξί και εγώ θα φύγω με το λεωφορείο. Θα δούμε άλλη μέρα ταινία μαζί.»

«Δεν υπάρχει περίπτωση... Σήμερα θα δούμε ταινία.»

Μετά από μεγάλο αγώνα βρέθηκε ένας ταξιτζής που προθυμοποιήθηκε να με βάλει μέσα στο ταξί και να μας πάει στο σπίτι μου. Πόσο μεγάλη κακία υπάρχει στους ανθρώπους και πόσο δύσκολο είναι να βρεις ανθρωπιά; Σε έναν κόσμο που ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του και μόνο. – Σε όλη την διαδρομή γνωριστήκαμε με τον οδηγό, και όταν φτάσαμε σπίτι μου,  ο Ορέστης έτσι λέγανε τον ταξιτζή… –με βοήθησε να κατέβω και να κάτω στο καρότσι μου είπε:

«Αντώνη, αυτή εδώ είναι η προσωπική μου κάρτα με το τηλέφωνο μπορείς να με καλέσεις να σε πηγαίνω όπου γουστάρεις.»

«Σε ευχαριστώ Ορέστη για όλα θα το έχω υπόψη μου.»

«Είσαι τυχερός, μη χάσεις το κορίτσι αυτό, είναι διαμάντι.» Μου εκμυστηρεύτηκε στο αυτί.

Είμαστε φίλοι.» του ψιθυρίζω.

 «Άκου που σου λέω κόβει το μάτι μου. Καλό σας βράδυ.»

Όταν έφυγε ο ταξιτζής γυρίζω το βλέμμα μου προς την Ντίνα και της χαμογελάω.

«Τι σου είπε ο ταξιτζής; με ρώτησε.

«Ότι είμαι τυχερός που σε έχω…» και της κλείνω το μάτι. Εκείνη σκύβει και μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο.

«Πάμε;» με ρωτάει.

3.11.23

ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ : 1η - ΔΙΔΥΜΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (ΜΕΡΟΣ Α)


  

Τι ειρωνεία γλυκιά μου αδερφή, μου είχες υποσχεθεί ότι δεν θα με άφηνες μόνη μου ποτέ και όμως δεν τήρησες το λόγο σου. Με πονάει η απουσία σου… Κοιτάω έξω, παρατηρώ τα σύννεφα και σκέφτομαι το νέο μου ξεκίνημα στο εξωτερικό. Πόσο όμορφο θα ήταν να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω και να σε έχω στην αγκαλιά μου… Το παράθυρο του αεροπλάνου μετατρέπεται σε οθόνη και η ζωή μου προβάλλεται σαν ταινία, αναγκάζοντας με, να κάνω βουτιά στο παρελθόν. Ανάμεσα στα τόσα μικρά πλάσματα υπήρχαν δυο δίδυμα όμορφα κορίτσια, η Άρτεμις και η Λυδία. Η Λύδια ήταν ένα εσωστρεφές παιδί που αγαπούσε τα βιβλία και παρόλο δεν έκανε παρέα με τα άλλα κορίτσια, είχε έναν καλό λόγο για όλους. Η Άρτεμις από την άλλη επιδίωκε να ήταν το επίκεντρο της παρέας, με χιούμορ και ζωντάνια που χανόταν με την πρώτη ευκαιρία στον κόσμο της φωτογραφίας. Τόσο αταίριαστες στο χαρακτήρα και στη ψυχή τους όμως τόσο ίδιες εξωτερικά που συχνά εκμεταλλεύονταν το γεγονός αυτό…

Σ’ ένα σημείο έξω από την Άρτα, στους πρόποδες της Πίνδου υπήρχε ένα χωριό περίπου εικοσιτέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη. Από τα παράθυρα των σπιτιών μπορούσες να παρατηρήσεις την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, τα πέτρινα σπίτια που από τις καμινάδες τους έβγαινε ίσα- ίσα ο καπνός και αρκετά πιο μακριά τα βουνά. Εκεί ήταν ένα σπίτι που φιλοξενούσε ορφανά παιδιά .Τα μάτια της Λύδιας παρατηρούσαν τη φύση έξω. Το πρόσωπο της ήταν κολλημένο στο παγωμένο παράθυρο και η αναπνοή της δημιουργούσε σχέδια. Τα χέρια της Άρτεμις ακούμπησαν την πλάτη της αδερφής της⸱ και την φίλησε μαλακά στα μαλλιά.                  
«Γιατί να μένουμε εδώ;»

«Δεν ξέρω, αλλά πάντα θα είμαστε μαζί δεν θα μείνεις πότε μόνη σου!».
Της άπλωσε το χέρι και άρχισαν να βαδίζουν για το κρεβάτι τους. Το βλέμμα της Λυδίας ήταν μελαγχολικό και τα μάτια της βουρκωμένα. Την πλησίασε η Άρτεμις και την φίλησε τρυφερά.

 

ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ

Πρέπει να πολεμάς για να κατακτήσεις τα όνειρα σου. Αν δεν κάνεις όμως όνειρα είσαι ψυχικά «νεκρός». Οι όμορφες δίδυμες ήταν πλέον στην εφηβεία και έβαζαν στόχους για το μέλλον. Μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή κανείς δεν είχε αναζητήσει τα δυο κορίτσια μετά τον θάνατο των γονιών τους ώσπου μια θεία που γύρισε από το εξωτερικό έψαξε και τις βρήκε. Στο άκουσμα αυτού του συγγενή τα κορίτσια αντέδρασαν με καχυποψία:

 «Ζούσα στο εξωτερικό και δεν γνώριζα που κατοικούσατε!»        
«Τι μας είσαι εσύ»                   
«Αδερφή του πατέρα σας!»             
«Που θα πάμε;»                            
«Θα πάμε να μείνουμε όλες μαζί στην Αθήνα.»

Η θεία αγκάλιασε τις ανιψιές της σφιχτά κάτι που είχε λείψει πολύ από αυτά τα πλάσματα. Αφού έγιναν οι απαραίτητες διαδικασίες τις πήρε και έφυγαν με το αμάξι για την Πρωτεύουσα. Η Αθήνα του ’90 ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια τους μέσα από τα τζάμια. Τους έκανε εντύπωσε το γλυπτό του δρομέα που ήταν στην Ομόνοια, οι μεγάλοι δρόμοι, η πολυκοσμία και οι κόρνες που ακούγονταν δυνατά στα αυτιά τους. Είχαν αγωνία να δουν πώς θα ζουν από εδώ και πέρα. Η Άρτεμις ήταν πολύ χαρούμενη γι’ αυτή την εξέλιξη, η Λύδια όμως φαινόταν πιο συγκρατημένη από την αδερφή της. Καθώς περνούσε ο χρόνος ήταν πολύ φιλικός με τα κορίτσια γιατί τους έδωσε χάρη, ομορφιά και εξυπνάδα χωρίς να τσιγκουνευτεί στο παραμικρό. Η μοίρα όμως θα ήταν πολύ σκληρή μαζί τους αφού έχοντας ήδη χάσει τους γονείς τους σε αυτοκινητιστικό ατύχημα όταν ήταν μωρά, ένα πρωί η θεία τους εκεί που κοιμόταν, έπαθε ανακοπή και έμειναν πάλι μόνες τους.    

Φοιτήτριες και αχώριστες για ακόμη μια φορά θα προχωρούσαν παρακάτω την ζωή τους. Κατάφεραν να εισαχθούν στο πανεπιστήμιο και το καλό ήταν ότι και οι δυο ειδικότητες που είχαν επιλέξει, της ελληνικής φιλολογίας και της ιστορίας – αρχαιολογίας ήταν στον ίδιο χώρο, στην Πανεπιστημιούπολη στη Ζωγράφου όποτε περνούσαν περισσότερο χρόνο μαζί. Η Λυδία ήταν συνεπής με τα μαθήματα της, δεν είχε φίλους απλά γνωστούς που συνομιλούσαν, από την άλλη η Άρτεμις σπούδαζε γιατί έπρεπε να έχει μια κατάρτιση αλλά η μεγάλη της αγάπη ήταν η φωτογραφία. Το πρώτο διάστημα κυλούσαν όλα ήρεμα στη ζωή τους. Περνούσε ο καιρός και ο τραπεζικός λογαριασμός που τους είχε αφήσει η θεία μειωνόταν οπότε έπρεπε να βρουν δουλειά. Η Λυδία ήταν αρκετά αγχωμένη γιατί δεν μπόρεσε να βρει μια απασχόληση ενώ η Άρτεμις μέσα σε μια εβδομάδα βρήκε μέσω μιας εφημερίδας, σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας. Όντας πιο γρήγορη στις αποφάσεις της αποφάσισε η Άρτεμις να αναλάβει την οικονομική ενίσχυση του σπιτιού, ενώ η Λυδία τα υπόλοιπα και να αφοσιωθεί στις σπουδές της περισσότερο. Η Άρτεμις έδινε εξετάσεις για να καταφέρει να πάρει το πτυχίο της, ενώ η Λυδία προς έκπληξη όλων είχε παραμελήσει τα μαθήματα της βρήκε ένα ήσυχο μέρος, με απαλή μουσική και ελάχιστο κόσμο και αποφάσισε να σταματήσει να πιει ένα φλιτζάνι γαλλικό καφέ και διαβάζοντας ένα από τα αγαπημένα της βιβλία, το «Περηφάνια και Προκατάληψη» Παρήγγειλε το ρόφημα της και άρχισε να ταξιδεύει μέσα στις σελίδες της Τζέιν Όστεν . Όση ώρα είχε απορροφηθεί στην ιστορία διαπίστωσε ότι κάποιος την κοιτούσε επίμονα, σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε έναν γοητευτικό άνδρα να της χαμογελάει. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα μέχρι που έφυγε από το μαγαζί. Τις επόμενες μέρες της είχε στοιχειώσει το μυαλό το πρόσωπο του άγνωστου άνδρα και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα μαθήματα της. Η Άρτεμις την έβλεπε πως ήταν παράξενη αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Οι εποχές άλλαζαν και τις είχε απορροφήσει η καθημερινότητα.

Έξι μήνες μετά, η Άρτεμις χρωστούσε εφτά μαθήματα του τρίτου εξαμήνου επειδή είχε ξεμυαλιστεί με την φωτογραφία. Έβγαινε βόλτες με φίλους, πήγαινε στη δουλειά και τα είχε αμελήσει, δεν προλάβαινε να είναι συνεπής σε όλες τις υποχρεώσεις της αντιθέτως η Λυδία διάβαζε αρκετά και ήθελε να φτάσει το στόχο της. Τα πρωινά του Σαββάτου, που η Άρτεμις κοιμόταν έβγαινε στους δρόμους για να βρει δουλειά και να χαζέψει τα παλιά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, η απειρία της όμως σε συνδυασμό με τον κλειστό της χαρακτήρα δεν την βοηθούσαν καθόλου. Περπατούσε για ώρες μέχρι που κουράστηκε
Η Λυδία πήγαινε πολύ συχνά στο καφέ όλο αυτό τον καιρό για να τον συναντάει αλλά εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση να την προσεγγίσει, παρά μόνο την κοιτούσε και αυτή η συμπεριφορά την στεναχωρούσε. Κάποιο βράδυ η Λυδία ζήτησε από την αδερφή της, να την βοηθήσει να αλλάξει εμφάνιση, σε άκρως προκλητική, μήπως καταφέρει να του κεντρίσει το ενδιαφέρον. Τελείως διαφορετική λοιπόν πήγε να πιει ένα πότο, όμως δεν είδε κάποια αντίδραση και συνειδητοποίησε ότι αυτή η κατάσταση δεν της άξιζε και έπρεπε να προχωρήσει παρακάτω. Έφυγε από το μαγαζί, αφότου ήπιε το κρασί της όμως δρόμο της επιστροφής έγινε κάτι αναπάντεχο, της επιτέθηκε ένας νέος για να της κλέψει την τσάντα και εκείνη παλεύοντας να την κρατήσει έπεσε κάτω.         
«Βοήθεια!» ούρλιαξε


ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;