ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ,
γραμμένο στα 1864, είναι το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι μετά
από την απελευθέρωσή του από το κάτεργο (όπου για 4 χρόνια τον είχε εξορίσει η
τσαρική αστυνομία) και θεωρείται από τους σύγχρονους κριτικούς όχι μόνο
προάγγελος, αλλά και ερμηνευτικό κλειδί των μεγάλων έργων που θα ακολουθήσουν.
Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και εξομολογητικό ύφος, μπορεί να εκληφθεί ως
απόσταγμα της εμπειρίας του σαραντάχρονου τότε συγγραφέα, και καρπός της
τραγικής ζωής του: επιληψία, τζόγος, εξτρεμισμός, σύλληψη και καταδίκη στο
κάτεργο, θάνατοι των αγαπημένων του προσώπων. Όμως το Υπόγειο απέχει πολύ από
το να είναι ένα λογοτεχνικό ημερολόγιο του Ντοστογιέφσκι.
Το Υπόγειο είναι ένα έργο πολεμικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Υπόγειο
εκφράζει αλήθειες καθολικότερες. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος ο
Ντοστογιέφσκι επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα μεγάλα ρεύματα σκέψης και τα
πνευματικά κινήματα που εισάχθηκαν και άκμασαν στη Ρωσία των μέσων του 19ου
αιώνα. Από τα δηλητηριώδη βέλη του υποχθόνιου ήρωά του πλήττονται βάναυσα ο
ντετερμινισμός, ο εξελικτισμός, ο ρασιοναλισμός, η ιατρική και οι φυσικές
επιστήμες, και ο σοσιαλισμός. Τελικά, πλήττονται βάναυσα από τον ήρωα όλοι οι
"κανονικοί" άνθρωποι, οι θεωρήσεις και οι βεβαιότητές τους.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ήρωά του, μέσα από την απολύτως ειλικρινή εξιστόρηση κάποιων γεγονότων της ζωής του και χωρίς να φοβάται την αλήθεια, ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη φύση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
«Εγώ είμαι ο
ένας, κι αυτοί είναι η ολότητα.»
Ωστόσο υποτιμά τον εαυτό του, επειδή η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται στις
απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να βιώνει μια συνεχή εσωτερική σύγκρουση.
Σιχαίνεται λοιπόν και περιφρονεί όλους τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους
της εποχής του, θεωρώντας τους σαχλούς, επιδειξιομανείς, ανόητους, αρνιά από το
ίδιο κοπάδι. Μοναδικό του καταφύγιο το διάβασμα. Πνίγει με ξένες εντυπώσεις
ό,τι βράζει μέσα του. Η πλήξη όμως και τα δυνατά του πάθη τον οδηγούν στην
κραιπάλη.
Μια νύχτα, περνώντας έξω από μία ταβέρνα, είδε έναν καυγά και έναν άντρα να τον
πετούν απ’ το παράθυρο. Ζήλεψε και μπήκε μέσα για να ζήσει το ίδιο. Δεν τόλμησε
όμως να προκαλέσει κανέναν και το χειρότερο ήταν πως ένας αξιωματικός, ο οποίος
προφανώς συμβολίζει τη Ρώσικη αριστοκρατία, τον περιφρόνησε σαν να ήταν
κουνούπι. Ο εξευτελισμός που ένοιωσε γέμισε την ψυχή του μίσος και θυμό. Έμαθε
τα πάντα γι’ αυτόν και προσπάθησε να βρει το ηθικό θάρρος που του έλειπε, για
να τον αντιμετωπίσει. Για χρόνια έβλεπε τον αξιωματικό στο δρόμο.
«Έκανε τόπο να περάσουν οι στρατηγοί και οι επίσημοι, και γλιστρούσε κι αυτός
σαν χέλι ανάμεσά τους μα όταν επρόκειτο γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα ή κατά τι
καλύτερους, κυριολεκτικά μας κουρέλιαζε: ερχόταν γραμμή καταπάνω μας, σαν να’
χε το κενό μπροστά του, και για κανένα λόγο δεν υποχωρούσε ούτε μία σπιθαμή.
Μεθούσα απ’ την κακία μου κοιτάζοντάς τον, και… λυσσώντας, παραμέριζα μπροστά
του.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου