Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6.1.26

ΒΙΒΛΙΟ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: «Η καρδιά ενός σκύλου» - Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς

 

«Η καρδιά ενός σκύλου» - Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς

«Η καρδιά ενός σκύλου» είναι μια μοναδική ιστορία του Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ, πάνω στην οποία εργάστηκε το 1925. Πρόκειται για ένα φανταστικό έργο, όπου ο συγγραφέας τονίζει το απαράδεκτο της παρέμβασης στη φύση: όσο ευγενείς κι αν είναι οι προσπάθειες να φτιάξεις ένα ανώτερο ον από ένα ζώο, το αντίθετο, αρνητικό αποτέλεσμα θα προκύψει.  

Η Καρδιά ενός Σκύλου είναι η ιστορία ενός αδέσποτου σκύλου, του Σαρίκ, που τον μαζεύει ένας διάσημος γιατρός και τον μεταμορφώνει με μια παράξενη επέμβαση. Ο σκύλος αρχίζει σιγά‑σιγά να γίνεται άνθρωπος, αλλά η αλλαγή δεν φέρνει τίποτα καλό. Αντί να εξελιχθεί, γίνεται αγενής, βίαιος και ανεξέλεγκτος, δείχνοντας πως η φύση δεν αλλάζει με το ζόρι και πως τα πειράματα πάνω στον άνθρωπο και στα ζώα έχουν όρια.

Το βιβλίο μου άφησε μια έντονη εντύπωση. Με απλές εικόνες δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να προσπαθείς να «φτιάξεις» έναν άνθρωπο τεχνητά. Με έκανε να σκεφτώ τι σημαίνει πραγματική ανθρωπιά και πόσο εύκολα χάνεται όταν κυριαρχεί η βία και η εξουσία. Παρόλο που η ιστορία είναι σκληρή, στο τέλος μένει μια τρυφερότητα για τον Σαρίκ και μια υπενθύμιση ότι η καλοσύνη και η αγάπη δεν δημιουργούνται με πείραμα  υπάρχουν ή δεν υπάρχουν.




16.12.24

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΟΥΤΙΓΚΑΣ ΤΗΣ CHRISTIE AGATHA

Είναι αδύνατο να εξαπατήσεις τον Ηρακλή Πουαρό. Ένα σπίτι στην αγγλική εξοχή φαντάζει το ιδανικό μέρος για να περάσει κάποιος ήρεμα Χριστούγεννα – αλλά τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά όταν πρόκειται για τον Ηρακλή Πουαρό, ο οποίος θα κληθεί να λύσει όχι μία αλλά πέντε περίπλοκες υποθέσεις σε κλίμα… εορταστικό. Για αρχή βρίσκει μια δυσοίωνη προειδοποίηση στο μαξιλάρι του, ότι θα πρέπει να αποφύγει την πουτίγκα δαμάσκηνο· ύστερα ανακαλύπτει ένα πτώμα στην κασέλα· στη συνέχεια ένας καβγάς οδηγεί σε φόνο. Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι διατροφικές συνήθειες ενός νεκρού γίνονται το επίκεντρο μιας παράξενης υπόθεσης, ενώ θα πρέπει να λύσει τον γρίφο του άντρα που ονειρευόταν την αυτοκτονία του. Και ως χριστουγεννιάτικο δώρο: Η Μις μαρπλ ερευνά την υπόθεση στο Αρχοντικό των Γκρίνσο.

 Ένα υπέροχο βιβλίο με μικρές ιστορίες. Το προτείνω και για δώρο τα Χριστούγεννα σε κάποιον που αγαπάει τα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι. Εύκολο και ξεκούραστο στην ανάγνωση.  Και οι 6 ιστορίες ήταν ιδιαίτερες και ξεχωριστές, τα πέντε διηγήματα ήταν του Πουαρο, ενώ το τελευταίο είναι της Μις μαρπλ. Μικρές ιστορίες με άρωμα Χριστουγέννων, είτε χρησιμοποιώντας με την μέθοδο του φόνου, είτε με το κίνητρο ή με τον ίδιο τον δολοφόνο. Είναι η απλότητά της στο τρόπο γραφής, οι περιγραφές αλλά και ο εξαιρετικός χαρακτήρας, ο Πουαρό ήταν το κλειδί για να απορροφάμε τις ιστορίες της.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Ι

Λυπάμαι ειλικρινά…» είπε ο Ηρακλής Πουαρό. Τον διέκοψαν. Όχι με αγένεια. Η διακοπή ήταν ευγενική, επιδέξια, πειστική, μάλλον, παρά για χάρη διαφωνίας.

«Σας παρακαλώ, μην αρνηθείτε προτού το καλοσκεφτείτε, κύριε Πουαρό. Υπάρχουν σοβαρά κρατικά ζητήματα. Τα υψηλότερα αξιώματα θα εκτιμούσαν τη συνεργασία σας».

«Είστε πολύ ευγενής», απάντησε ο Ηρακλής Πουαρό κουνώντας το χέρι, «ωστόσο πραγματικά δεν μπορώ να αναλάβω αυτό που μου ζητάτε. Την περίοδο αυτή…» Ο κύριος Τζέσμοντ τον διέκοψε ξανά.

«Των Χριστουγέννων», είπε πειστικά. «Παραδοσιακά Χριστούγεννα στην αγγλική ύπαιθρο». Στη σκέψη και μόνο ότι θα περνούσε αυτή την εποχή στην αγγλική ύπαιθρο, ο Ηρακλής Πουαρό ανατρίχιασε.

«Όμορφα παραδοσιακά Χριστούγεννα!» επέμεινε ο κύριος Τζέσμοντ.

«Δεν είμαι Άγγλος», είπε ο Ηρακλής Πουαρό. «Στη χώρα μου τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά. Εμείς γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά». «Α», είπε ο κύριος Τζέσμοντ. «Μόνο που τα Χριστούγεννα στην Αγγλία είναι σημαντικός θεσμός και σας διαβεβαιώνω πως στο Κινγκς Λέισι θα τα απολαύσετε σε όλο τους το μεγαλείο. Βλέπετε, πρόκειται για ένα υπέροχο παλιό σπίτι. Μία από τις πτέρυγές του μάλιστα χρονολογείται από τον δέκατο τέταρτο αιώνα».

Πάλι ανατρίχιασε ο Πουαρό. Και μόνο που σκεφτόταν πώς θα ήταν να μένει σε αγγλικό αρχοντικό του δεκάτου τετάρτου αιώνα, ταραζόταν. Δεν είχε και τις καλύτερες εμπειρίες από ιστορικά σπίτια της αγγλικής υπαίθρου. Κοίταξε επιδοκιμαστικά τον χώρο γύρω του, το άνετο, σύγχρονο διαμέρισμά του με τα καλοριφέρ και τις συσκευές τελευταίας τεχνολογίας που εμπόδιζαν τα ρεύματα.

 

 

 

11.12.24

H ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ


 

Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία  (πρωτότυπος τίτλος: A Christmas Carol)  είναι νουβέλα του Άγγλου συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1843.  Αναφέρεται στην ιδεολογική, ηθική και συναισθηματική μεταστροφή του παράξενου και τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ μετά την υπερφυσική επίσκεψη που δέχτηκε από τον πεθαμένο συνεταίρο του Τζέικομπ Μάρλεϋ και από τα φαντάσματα των Χριστουγέννων του Παρελθόντος, του Παρόντος και του Μέλλοντος. Η νουβέλα ήταν μια οικονομική απογοήτευση τα πρώτα χρόνια, αλλά αργότερα η επιτυχία και η αποδοχή τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς ήταν παγκόσμια και τεράστια.

Η ιστορία του βιβλίου: Ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ένας ηλικιωμένος τσιγκούνης, δεν αισθάνεται συμπόνια για κανέναν από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Το μόνο που τον απασχολεί είναι τα χρήματα και απεχθάνεται τα Χριστούγεννα, που του προσθέτουν έναν ακόμα χρόνο, χωρίς να τον κάνουν πλουσιότερο. Την παραμονή όμως κάποιων Χριστουγέννων, τον επισκέπτεται το φάντασμα του νεκρού συνεργάτη του Τζέικομπ Μάρλεϊ, επίσης τσιγκούνη και μίζερου, που τον προειδοποιεί να αλλάξει χαρακτήρα για να μην έχει την ίδια κατάληξη με αυτόν. Στη συνέχεια, τον επισκέπτονται τα τρία φαντάσματα των Χριστουγέννων και του υποδεικνύουν τα λάθη του. Μετά από αυτήν την εμπειρία, ο Σκρουτζ αλλάζει συμπεριφορά και γίνεται ο μεγαλύτερος ευεργέτης της πόλης του.

"Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" του Charles Dickens είναι ένα από τα κλασικά έργα των γιορτών. Αυτή η συναισθηματική ιστορία αναδεικνύει τη σημασία της αγάπης, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης κατά τις γιορτές. Ο  συγγραφέας μας υπενθυμίζει ότι ο πλούτος δεν έχει νόημα αν δεν τον μοιραζόμαστε με άλλους και ότι ο καθένας έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον εαυτό του για το καλό της κοινότητας. Ο τρόπος γραφής είναι γλαφυρός και με μεγάλη άνεση όσοι τον διαβάζουν ως αποτέλεσμα να δεθεί συναισθηματικά με τους ήρωες της ιστορίας του, δίνοντας εξαιρετική ζωντάνια στην αφήγηση.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ

“Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν αρκετά. Όχι όχι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, πού έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο. «Θείε, Καλά Χριστούγεννα!». «Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ.

«Θείε μου, μή μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρέντ, ο ανιψιός του. Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρέντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε να ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος. «Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ.

«Τα συλλυπητήρια μου», είπε ο δεύτερος.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, πού ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι πού υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;». Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μία πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο. Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

 

26.11.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

 

ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ, γραμμένο στα 1864, είναι το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι μετά από την απελευθέρωσή του από το κάτεργο (όπου για 4 χρόνια τον είχε εξορίσει η τσαρική αστυνομία) και θεωρείται από τους σύγχρονους κριτικούς όχι μόνο προάγγελος, αλλά και ερμηνευτικό κλειδί των μεγάλων έργων που θα ακολουθήσουν. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και εξομολογητικό ύφος, μπορεί να εκληφθεί ως απόσταγμα της εμπειρίας του σαραντάχρονου τότε συγγραφέα, και καρπός της τραγικής ζωής του: επιληψία, τζόγος, εξτρεμισμός, σύλληψη και καταδίκη στο κάτεργο, θάνατοι των αγαπημένων του προσώπων. Όμως το Υπόγειο απέχει πολύ από το να είναι ένα λογοτεχνικό ημερολόγιο του Ντοστογιέφσκι.   
Το Υπόγειο είναι ένα έργο πολεμικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Υπόγειο εκφράζει αλήθειες καθολικότερες. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος ο Ντοστογιέφσκι επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα μεγάλα ρεύματα σκέψης και τα πνευματικά κινήματα που εισάχθηκαν και άκμασαν στη Ρωσία των μέσων του 19ου αιώνα. Από τα δηλητηριώδη βέλη του υποχθόνιου ήρωά του πλήττονται βάναυσα ο ντετερμινισμός, ο εξελικτισμός, ο ρασιοναλισμός, η ιατρική και οι φυσικές επιστήμες, και ο σοσιαλισμός. Τελικά, πλήττονται βάναυσα από τον ήρωα όλοι οι "κανονικοί" άνθρωποι, οι θεωρήσεις και οι βεβαιότητές τους.

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ήρωά του, μέσα από την απολύτως ειλικρινή εξιστόρηση κάποιων γεγονότων της ζωής του και χωρίς να φοβάται την αλήθεια, ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη φύση.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

«Εγώ είμαι ο ένας, κι αυτοί είναι η ολότητα.»  
Ωστόσο υποτιμά τον εαυτό του, επειδή η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να βιώνει μια συνεχή εσωτερική σύγκρουση. Σιχαίνεται λοιπόν και περιφρονεί όλους τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους της εποχής του, θεωρώντας τους σαχλούς, επιδειξιομανείς, ανόητους, αρνιά από το ίδιο κοπάδι. Μοναδικό του καταφύγιο το διάβασμα. Πνίγει με ξένες εντυπώσεις ό,τι βράζει μέσα του. Η πλήξη όμως και τα δυνατά του πάθη τον οδηγούν στην κραιπάλη.            
Μια νύχτα, περνώντας έξω από μία ταβέρνα, είδε έναν καυγά και έναν άντρα να τον πετούν απ’ το παράθυρο. Ζήλεψε και μπήκε μέσα για να ζήσει το ίδιο. Δεν τόλμησε όμως να προκαλέσει κανέναν και το χειρότερο ήταν πως ένας αξιωματικός, ο οποίος προφανώς συμβολίζει τη Ρώσικη αριστοκρατία, τον περιφρόνησε σαν να ήταν κουνούπι. Ο εξευτελισμός που ένοιωσε γέμισε την ψυχή του μίσος και θυμό. Έμαθε τα πάντα γι’ αυτόν και προσπάθησε να βρει το ηθικό θάρρος που του έλειπε, για να τον αντιμετωπίσει. Για χρόνια έβλεπε τον αξιωματικό στο δρόμο.             
«Έκανε τόπο να περάσουν οι στρατηγοί και οι επίσημοι, και γλιστρούσε κι αυτός σαν χέλι ανάμεσά τους μα όταν επρόκειτο γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα ή κατά τι καλύτερους, κυριολεκτικά μας κουρέλιαζε: ερχόταν γραμμή καταπάνω μας, σαν να’ χε το κενό μπροστά του, και για κανένα λόγο δεν υποχωρούσε ούτε μία σπιθαμή. Μεθούσα απ’ την κακία μου κοιτάζοντάς τον, και… λυσσώντας, παραμέριζα μπροστά του.»


14.11.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ


 

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, το βιβλίο πήρε το όνομά του από τη δημοσίευση των ημερολογιακών σημειώσεων που κρατούσε η Άννα Φρανκ, στο Άμστερνταμ, για όσο καιρό κρυβόταν με την οικογένειά της από τους Γερμανούς, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο καταφύγιο της οικογένειας στο Πρίσενγκρατς.

Η Άννα Φρανκ ήταν ένα από το ένα εκατομμύριο εβραιόπουλα που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα. Η Ανελίζ Μαρί Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1929 στην Φρανκφούρτη και ήταν κόρη του Όττο και της Ήντιθ Φρανκ. Η Άννα Φρανκ και η οικογένειά της συνελήφθησαν από τη Γκεστάπο. Επέζησε μόνον ο πατέρας της, Όττο Φρανκ, χάρη στον οποίο εκδόθηκαν, για πρώτη φορά το 1947, αρκετές από τις σελίδες του ημερολογίου. Σήμερα, το ίδρυμα που διατηρεί τα πνευματικά δικαιώματα του έργου, το «Anne Frank Fonds» αναφέρει την έκδοση του 1991, ως την πρώτη πλήρη δημοσίευση του χειρογράφου. Η  Άννα Φρανκ διατηρούσε ημερολόγιο όπου κατέγραψε τους φόβους, τις ελπίδες και τις εμπειρίες της. Το ημερολόγιο αυτό βρέθηκε στο μυστικό διαμέρισμα μετά τη σύλληψη της οικογένειας και η Miep Gies, ένα από τα άτομα που είχε βοηθήσει την οικογένεια Φρανκ να κρυφτεί, το φύλαξε για την Άννα. Δημοσιεύτηκε μετά τον πόλεμο σε πολλές γλώσσες και διδάσκεται σε πολλά γυμνάσια και λύκεια στην Ευρώπη και στην Αμερική. Η Άννα Φρανκ έχει γίνει σύμβολο του χαμένου μέλλοντος των παιδιών που απεβίωσαν στο Ολοκαύτωμα. Το ημερολόγιο έχει μεταφραστεί σε 30 γλώσσες και ως σήμερα έχει πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα σε όλο τον κόσμο.

Έχει έντονα προσωπικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν γράφεται με σκοπό να δημοσιευτεί ή να διαβαστεί από άλλους και για αυτό το λόγο το ύφος του είναι εξομολογητικό, και η γραφή συχνά συνθηματική ή και ελλειπτική. Εμπεριέχει σχόλια, παρατηρήσεις, κρίσεις, σκέψεις και, γενικά μια υποκειμενική καταγραφή όλων όσων απασχολούν το άτομο που κρατά το ημερολόγιο, ενώ βασικό χαρακτηριστικό του είναι ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου από τον ίδιο τον συγγραφέα. Διαφέρει σημαντικά από την αυτοβιογραφία, όπου ο συγγραφέας παρουσιάζει τη ζωή του σε συνεχή αφήγηση και χωρίς κενά, με σκοπό όμως αυτή να διαβαστεί από άλλους. Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή και κατανοητή. Η συγγραφέας προκειμένου να δηλώσει τα συναισθήματά της. Το  ύφος του κειμένου είναι προσωπικό και έντονα εξομολογητικό.

 


11.11.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΑΓΑΠΗΣ ZOLA EMILE


 

Για μιά νύχτα αγάπης του ΖΟΛΑ ΕΜΙΛ που εκδόθηκε στις
1922.

"Με αγαπάτε;" τον ρώτησε με χαμηλή φωνή. "Ω, ναι, ναι" ψέλλισε εκείνος. Εκείνη όμως του έκανε ένα νεύμα, που του έδινε να καταλάβει ότι δε χρειαζόταν τα περιττά και ανώφελα λόγια. Η Τερέζα ξαναπήρε το αγέρωχο ύφος της, που προσπαθούσε να κάνει φρόνιμα και φυσικά τα λόγια στα χείλη μιας νέας κόρης. "Σαν σου δοθώ, θα κάνεις ό,τι σου ζητήσω;" Η Φραντζέσκα, η κόρη του μαρκήσιου ντε Μαρσάν, είναι άπιαστο όνειρο για τον φτωχό, ερωτοχτυπημένο Ιουλιανό. Δεν παύει, όμως, να ελπίζει και να παίζει γι' αυτήν φλάουτο κάθε βράδυ. Όταν εκείνη τον καλεί από το παράθυρο στο δωμάτιό της, ο τρυφερός νέος ούτε φαντάζεται τι τον περιμένει. Τώρα, ανάμεσα σε αυτόν και την αγαπημένη του, στέκει ένα πτώμα και μια αποστολή. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει, άραγε, κανείς για μια νύχτα αγάπης; Οι σκέψεις αυτές βασανίζουν τον ήρωά μας τα βράδια που παίζει φλάουτο κάτω από τα παράθυρά της. Όταν όμως μια νύχτα η Φραγκίσκα τον καλεί στο δωμάτιό της. Ο Ιουλιανός μένει άναυδος αντικρίζοντας το αντρικό πτώμα στο κρεβάτι της και αναρωτιέται πόσα μπορεί να κάνει για. . . μια νύχτα αγάπης.

Σκοτεινό και λυρικό, εξιστορεί τον τραγικό έρωτα του πρωταγωνιστή με την Τερέζα, μια μυστηριώδη νέα, την οποία περιμένει κάθε μέρα να φανεί στο παράθυρό της αναζητώντας ένα νεύμα της…. Ένα μέγαρο υπό το λυκόφως, καστανιές που αναδίδουν μια οσμή θανάτου, μια κόρη με δέρμα λευκό και χείλη κατακόκκινα σαν να διψούν για αίμα, ένας νέος δέσμιος της ερωτικής ορμής του και ένα πτώμα.

Γραμμένο σε μια εποχή λίγο πιο ''καθωσπρέπει'' τολμά να αναδείξει τα ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες. Μου άρεσε πάρα πολύ η συγκεκριμένη ιστορία. Με μικρά και κοφτά κεφάλαια… Πολλή όμορφη γραφή με νατουραλιστικές περιγραφές. Ρομαντικό και κυνικό μαζί. Μια υπέροχη ιστορία, που αν και έχει έντονο τον ρομαντισμό, είναι κατεξοχήν κοινωνική. ο σκοτεινό παραμύθι ενός αρρωστημένου πόθου

 

 

6.11.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΌΤΑΝ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΤΣΥΦΙΑ


 

Το διαχρονικό αριστούργημα της σπουδαίας Χάρπερ Λι  φωτίζει με χιούμορ, ειλικρίνεια και μια γλυκιά νοσταλγική τρυφερότητα την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Η Σκάουτ, ο Τζεμ, ο Μπου Ράντλεϊ, ο Άτικους Φιντς και η κωμόπολη του Μέικομπ της Αλαμπάμα παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από τα ευφάνταστα καρέ του Βρετανού Fred Fordham. Χαρακτηρίστηκε σχεδόν αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, το 1960, κλασικό. Βραβεύτηκε με Πούλιτζερ έναν χρόνο αργότερα, έγινε οσκαρική ταινία το 1962 και απέφερε στη συγγραφέα τρεις τιμητικές διακρίσεις από τρεις Αμερικανούς Προέδρους (Τζόνσον-Μπους-Ομπάμα) για την προσφορά της στη λογοτεχνία! Μια συγκινητική ιστορία για την αθωότητα και την αδικία, την υποκρισία και τον ηρωισμό, το φυλετικό ζήτημα και τη σκληρή πραγματικότητα στον αμερικανικό Νότο της δεκαετίας του 1930.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, το "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" συγκαταλέγεται ανάμεσα στα αξιολογότερα κλασικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. μεταφράστηκε σε πάνω από σαράντα γλώσσες και μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο. Επίσης, σε ψηφοφορία που διεξήγαγε το περιοδικό "Library Journal" στις ΗΠΑ, αναδείχθηκε το καλύτερο μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα.

Συγκινητικό, καλογραμμένο, βαρύ και άλλα τόσα που το κάνουν ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί. Άριστο στο είδος του Τρυφερό ακόμα και όταν περιγράφει τη σκληρότητα, ανακινεί στον αναγνώστη αισθήματα νοσταλγίας, θυμού, ελπίδας, επικοινωνεί με το καλύτερο κομμάτι που υπάρχει μέσα μας τόσο συναισθηματικά όσο και ιδεολογικά.  Δοσμένο με μια δόση αθωότητας. Μέσα από την παιδική ματιά, καλλιεργεί στον αναγνώστη με τον δικό του μοναδικό τρόπο την ευαισθησία γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες και αδικίες, τις διακρίσεις, τις προκαταλήψεις. Οι στιγμές κορύφωσης της αφήγησης αφήνουν εσωτερικό αποτύπωμα στον αναγνώστη. Τρυφερό, συγκινητικό, δοσμένο με μια δόση αθωότητας.

Αποτελεί ένα σκληρό και τραγικό μυθιστόρημα, το οποίο, αν το διαβάσεις, θα συνειδητοποιήσεις αμέσως γιατί εκδόθηκε σε πάνω από 50.000.000 αντίτυπα, δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου, γιατί διαβάζεις με απλό τρόπο την εξιστόρηση των γεγονότων από ένα κοριτσάκι, την Σκάουτ, η οποία παλεύει να κατανοήσει τον παραλογισμό που κατακλύζει τους ενήλικες του Μέικομπ, μια επαρχιακή πόλη της Αλαμπάμα. Οι λέξεις με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται από την σπουδαία Χάρπερ Λι  ρέουν στα μάτια σου και στην ψυχή σου και κατακλύζεσαι από τα συναισθήματα των ηρώων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

«Η Νέα Υόρκη. Η νέα Υόρκη; Θα σας πω: Η Νέα Υόρκη έχει όλες τις απαντήσεις. Υπάρχουν ενώσεις Εβραίων και Αγγλόφωνων, υπάρχει το Κάρνεγκι Χολ, υπάρχουν σχολές και ερευνητικά κέντρα: εκεί μαθαίνεις τις απαντήσεις. Η πόλη ζει με συνθήματα, -ισμούς και γρήγορες, σίγουρες απαντήσεις. Αυτή τη στιγμή η Νέα Υόρκη μου λέει: Τζιν Λουίζ, δεν αντιδράς σύμφωνα με τις αρχές της φυλής σου, αρά δεν υπάρχεις. Τα καλύτερα μυαλά αυτής της χώρας μας λένε ποια είσαι: μια κοπέλα από τον Νότο. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που είσαι-δεν σε κατηγορούμε για τίποτα, αλλά η συμπεριφορά σου προκύπτει από τους κανόνες και τα δόγματα του Νότου. Μην προσπαθείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι.

Απάντησε νοερά: Όσα συμβαίνουν τελευταία στην οικογένειά μου είναι μια παρεξήγηση. Από αυτή την οικογένεια έμαθα όσα έμαθα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από τη Νέα Υόρκη, το μόνο που έμαθα είναι η καχυποψία. Δεν ήξερα τι σημαίνει μίσος προτού βρεθώ στη Νέα Υόρκη, όπου είδα τον ένα να μισεί τον άλλον. Χρειάστηκαν νόμοι για να εμποδίσουν το μίσος. Περιφρονώ τις γρήγορες απαντήσεις, τα συνθήματα στον υπόγειο σιδηρόδρομο: προπάντων περιφρονώ τους κακούς τρόπους, την αγένεια της Νέας Υόρκης, που ποτέ δεν πρόκειται να αποβάλει.

Ένας άνθρωπος που ήταν ευγενής, ακόμα και στους σκίουρους καθόταν στο δικαστήριο και εξωθούσε σε δράση τα πιο στενοκέφαλα ανθρωπάρια. Κι όμως, η Τζιν Λουίζ τον είχε δει ξανά και ξανά στο παντοπωλείο να περιμένει στην ουρά πίσω από τους Νέγρους. Είχε δει τον κύριο Φρεντ να σηκώνει με απορία τα φρύδια και τον πατέρα της να κουνάει καθησυχαστικά το κεφάλι. Ήταν το είδος του ανθρώπου που περίμενε ενστικτωδώς, τη σειρά του: είχε καλούς τρόπους.

Άκου, αδελφούλα, τα ξέρουμε τα γεγονότα: πέρασες είκοσι ένα χρόνια από τη ζωή σου στη χώρα του λιντσαρίσματος, σε μια κομητεία όπου τα δυο τρία του πληθυσμού είναι Νέγροι αγρότες. Σταμάτα το θέατρο.

Δεν θα με πιστέψετε, αλλά θα σας το πω: μέχρι τώρα κανείς στην οικογένεια μου δεν είχε προφέρει τη λέξη “αράπης”. Ποτέ δεν έμαθα να σκέφτομαι με όρους “αράπηδων”. Μεγάλωσα μαζί με μαύρους: στην Καλπούρνιά, τον Ζίμπο που δούλευε στο απορριμματοφόρο, τον Τομ που ήταν κηπουρός και άλλους που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Γύρω μου υπήρχαν εκατοντάδες Νέγροι που δούλευαν στα χωράφια, που μάζευαν το μπαμπάκι, που δούλευαν στην οδοποιία, που πριόνιζαν ξύλα και έφτιαχναν σπίτια. Ήταν μπατίρηδες, μερικοί ήταν άρρωστοι, βρόμικοι, οκνηροί και χαραμοφάηδες, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να τους περιφρονήσω, να τους φοβηθώ, να τους φερθώ με αγένεια ή να τους κακομεταχειριστώ χωρίς να τιμωρηθώ γι’αυτό. Πράγματι ζούσαν στο δικό τους κόσμο και εγώ ζούσα στον δικό μου. Όταν πηγαίναμε για κυνήγι, δεν καταπατούσαμε τη γη τους, όχι επειδή ήταν νέγρικη, αλλά επειδή δεν καταπατούσαμε ξένη γη. Έμαθα να μην εκμεταλλεύομαι κανέναν που είναι λιγότερο τυχερός από μένα, είτε στο μυαλό είτε στα πλούτη, είτε στην κοινωνική θέση-κανέναν, είτε είναι Νέγρος είτε είναι οτιδήποτε άλλο. Έμαθα ότι η εκμετάλλευση είναι απαράδεκτη. Έτσι με μεγάλωσαν μια μαύρη γυναίκα και ένας λευκός άντρας»

 

 

29.10.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΥ - ΌΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ

 

Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ είναι το μοναδικό δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ, το οποίο κυκλοφόρησε στο μηνιαίο περιοδικό Lippincott's Monthly Magazine στις 20 Ιουνίου 1890, για το τεύχος Ιουλίου του ίδιου έτους. Οι εκδότες του περιοδικού, φοβούμενοι την ανηθικότητα του μυθιστορήματος, λογόκριναν το έργο και αφαίρεσαν περί τις 500 λέξεις πριν τη δημοσίευση, χωρίς να ενημερώσουν τον Ουάιλντ. Ακόμα κι έτσι όμως, το έργο κατάφερε να εξοργίσει το βρετανικό κοινό, οδηγώντας μέχρι και σε κραυγές για δίωξη του συγγραφέα για προσβολή της Βικτωριανής ηθικής. Η άμεση απάντηση του Ουάιλντ σε αυτό ήταν μια σειρά από επιθετικές επιστολές-απαντήσεις στον Τύπο της εποχής. 

Ο Ντόριαν Γκρέι είναι ένας αριστοκράτης, πλούσιος και κοσμικός νέος, με εκθαμβωτική ομορφιά που σαγηνεύει όποιον τον αντικρίζει. Ο Ντόριαν συνειδητοποιεί τη γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους, όταν στέκει θαμπωμένος μπροστά στο πορτρέτο που του φιλοτέχνησε ένας φημισμένος ζωγράφος, ο Μπάζιλ Χόλγουορντ. Μια ευχή ανεβαίνει αυθόρμητα στα χείλη του: Να μην γεράσει ποτέ. Πράγματι, ενώ τα χρόνια περνούν, τα σημάδια του χρόνου αποτυπώνονται στο πορτρέτο, ενώ η δική του ομορφιά παραμένει αναλλοίωτη. Καθώς ο Ντόριαν επιδίδεται σε έκλυτο βίο, πέρα από τις ρυτίδες και τη φθορά του χρόνου, στο πορτρέτο φανερώνεται και η έκφυλη φύση του ακόλαστου νέου. Το μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ θεωρήθηκε προκλητικό, σκανδάλισε τα βικτοριανά ήθη και ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών για την ανηθικότητα του ήρωα, που τοποθετεί την ηδονή πάνω από κάθε πνευματική αξία. Σήμερα, έναν αιώνα μετά την πρώτη της έκδοση, η ιστορία του Ντόριαν Γκρέι εξακολουθεί να συμβολίζει το άπιαστο όνειρο της αιώνιας νεότητας και της άφθαρτης ομορφιάς.

Θεωρείται ένα κλασικό αριστούργημα που μετά από τόσα χρόνια παραμένει μοναδικό. Ένα κλασσικό αριστούργημα, που συγκινεί με την ομορφιά που πηγάζει από την υπέροχη γραφή, τις υπέροχες εικόνες και διαβάζεται αμέσως. Ευχάριστη ανάγνωση. Πολύ ωραίο βιβλίο, ευκολοδιάβαστο.

 

Απόσπασμα:

Η έντονη ευωδιά των ρόδων πλημμύριζε το εργαστήρι και κάθε φορά που το ανάλαφρο καλοκαιρινό αεράκι παιζογελούσε με τα δέντρα του κήπου, από την ανοιχτή πόρτα ορμούσε το βαρύ άρωμα της πασχαλιάς και η λεπτή μοσχοβολιά που ανέδιδαν τα ρόδινα ανθάκια του αγκαθωτού θάμνου. Από τη γωνιά του ντιβανιού με τα περσικά στρωσίδια, όπου ήταν ξαπλωμένος ο λόρδος Χένρι Γουότον, καπνίζοντας, ως συνήθως, αναρίθμητα τσιγάρα, με δυσκολία διέκρινε τη μαρμαρυγή των ολόγλυκων, μελένιων ανθών ενός λαβούρνου που τα παλλόμενα κλαδιά του μετά βίας κρατούσαν το φορτίο μιας τόσο λαμπερής ομορφιάς σαν τη δική τους. Κάθε τρεις και λίγο, φανταστικές σκιές πουλιών διάβαιναν αθόρυβα μέσα από τις καμωμένες από άγριο μετάξι μακριές κουρτίνες που κάλυπταν το τεράστιο παράθυρο, δημιουργώντας για μια στιγμή την εντύπωση μιας γιαπωνέζικης εικόνας, που του θύμισε εκείνους τους ταλαίπωρους ζωγράφους με τα χλωμά πρόσωπα, οι οποίοι, υπηρετώντας μια τέχνη αναγκαστικά στατική, αγωνίζονται να προσδώσουν την αίσθηση της ταχύτητας και της κίνησης. Το χολωμένο βουητό των μελισσών που πάσχιζαν ν’ ανοίξουν δρόμο μες στο ψηλό, ακούρευτο γρασίδι ή τριγυρνούσαν επίμονα γύρω από τους σγουρούς, μαύρους στήμονες του αγιοκλήματος –ήταν αρχές του Ιούνη– έκανε την ακινησία να φαντάζει πιο καταθλιπτική, ενώ η υπόκωφη βουή του Λονδίνου έμοιαζε με χαμηλή νότα ενός μακρινού εκκλησιαστικού οργάνου. Στο κέντρο του δωματίου, στηριγμένο σε ένα όρθιο καβαλέτο, βρισκόταν το ολόσωμο πορτρέτο ενός νέου εκπληκτικής ομορφιάς και μπροστά του, λίγο πιο πέρα, καθόταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο Μπάζιλ Χόλγουορντ. Η απρόσμενη εξαφάνισή του πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε, εκείνον τον καιρό, μεγάλη αναταραχή στο κοινό και έδωσε λαβή για ένα σωρό παράξενες εικασίες. Καθώς ο Χόλγουορντ κοίταζε την ευγενική και χαριτωμένη μορφή που με τόση επιδεξιότητα είχε αποτυπώσει με την τέχνη του, ένα χαμόγελο ικανοποίησης φώτισε για μια στιγμή το πρόσωπό του και φάνηκε σαν να ήθελε να μείνει εκεί. Έξαφνα σηκώθηκε όρθιος και, κλείνοντας τα μάτια, έβαλε τα δάχτυλά του πάνω στα βλέφαρα, λες και ήθελε να φυλακίσει μες στο μυαλό του κάποιο περίεργο όνειρο απ’ όπου δεν ήθελε να ξυπνήσει.

 

 


23.10.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ Χαμένος Παράδεισος -Τζον Μίλτον


 

Ο Χαμένος Παράδεισος, ή αλλιώς Απολεσθείς Παράδεισος, είναι ένα έπος του Άγγλου ποιητή Τζον Μίλτον. Θέμα του έχει την απώλεια του Παραδείσου, τόσο από το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, τον Αδάμ και την Εύα, όσο και από τους επαναστάτες αγγέλους με αρχηγό τους τον Σατανά. Δημοσιεύτηκε το 1667 και περιείχε αρχικά δέκα βιβλία (άσματα), τα οποία στη β' έκδοση (1674) έγιναν δώδεκα. Θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του Μίλτον και ένα από τα σημαντικότερα της αγγλικής και γενικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το βιβλίο ξεκινά την ημέρα που μπαίνει στη Σμύρνη το Τουρκικό ιππικό, στις 9 Σεπτεμβρίου 1922. Όσα συνέβησαν τις δύο εβδομάδες που ακολούθησαν λογίζονται αναμφίβολα ως μία από τις πλέον συγκλονιστικές ανθρώπινες τραγωδίες του εικοστού αιώνα. Ο ΄΄Χαμένος Παράδεισος΄΄ είναι ένα μνημειώδες βιβλίο. Οφείλουν να το διαβάσουν όσοι θέλουν-επιτέλους- να καταλάβουν το ΄΄πως΄΄ και το ΄΄γιατί΄΄ έγινε η καταστροφή της Σμύρνης. 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ καθώς κάλπαζε στην προκυμαία ήταν αληθινά μεγαλοπρεπές. Οι ιππείς κάθονταν καμαρωτοί στις σέλες τους, με τα γυμνά γιαταγάνια τους να αστράφτουν στον ήλιο. Φορούσαν μαύρα κιρκασιανά φέσια που έφεραν το άστρο και την ημισέληνο. Καθώς κάλπαζαν, φώναζαν: «Κόρκμα! Κόρκμα!» Ήταν 9 Σεπτεμβρίου 1922, και χιλιάδες κάτοικοι της Σμύρνης παρακολουθούσαν ανήσυχοι την είσοδο του ιππικού στην πόλη. Στη βεράντα του περίφημου Σπόρτινγκ Κλαμπ, μια παρέα Βρετανοί επιχειρηματίες σηκώθηκαν όρθιοι για να δουν καλύτερα την ιστορική σκηνή. Στις παρακείμενες ελληνικές αποθήκες, οι συσκευαστές και οι φορτοεκφορτωτές ξεχύθηκαν στην αποβάθρα. «Ζήτω ο Κεμάλ» φώναζαν γεμάτοι έξαψη, υμνώντας τον άνδρα που σύντομα θα αποκτούσε την προσωνυμία «Ατατούρκ». Η είδηση της άφιξης του τουρκικού στρατού εξαπλώθηκε ταχύτατα στην αμερικανική παροικία του Παραδείσου, όπου ο δρ Αλεξάντερ ΜακΛάχλαν παρακολουθούσε προσεκτικά την κατάσταση για να εντοπίσει πιθανά σημάδια αναταραχής. Ύψωσε την αστερόεσσα στο κτίριο του κολεγίου ως μέτρο ασφαλείας και κατέστρωσε αμέσως σχέδια εκτάκτου ανάγκης. Παρ’ όλα αυτά, παρέμενε αισιόδοξος για τις εξελίξεις. Όταν ο Βρετανός πρόξενος σερ Χάρρυ Λαμπ προσφέρθηκε να βοηθήσει στην ασφαλή απόμάκρυνση των Αμερικανών πολιτών, ο ΜακΛάχλαν αρνήθηκε ευγενικά. «Πίστευα ότι δεν κινδυνεύαμε αν παραμέναμε στις θέσεις μας» θα γράψει αργότερα. Καθώς η μέρα προχωρούσε, η Σμύρνη κρατούσε την αναπνοή της. Η θριαμβευτική είσοδος του τουρκικού ιππικού ήταν η κατάληξη ενός σκληρού τριετούς πολέμου με την Ελλάδα – ενός πολέμου που διεξήχθη σε τουρκικό έδαφος και στον οποίο η Βρετανία και άλλες δυτικές δυνάμεις είχαν υποστηρίξει και εξοπλίσει τους Έλληνες.

Μία ιστορία καταστροφής και επιβίωσης η οποία ξετυλίγεται μέσα από αναμνήσεις επιζώντων. Αρμένιοι, Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι συνθέτουν μία δεξαμενή μαρτύρων του πιο φρικτού δράματος της ιστορίας του 20ου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο διαμάντι, το οποίο ταξιδεύει τον αναγνώστη στον κόσμο της ιστορικής πραγματικότητας.

 

16.10.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ ΤΟ ΜΑΝΣΦΙΛΝΤ ΠΑΡΚ –ΤΖΕΙΝ ΟΣΤΕΝ

Το μυθιστόρημα αυτό, ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα της ώριμης ΄Ωστεν, προαναγγέλλει με εκπληκτική διορατικότητα, και όσο κανένα άλλο βιβλίο της, τις μεταγενέστερες εξελίξεις στο μυθιστόρημα και την κουλτούρα του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιώντας μόνο λίγες οικογένειες και μια γειτονιά, ανατέμνει αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, με τα λόγια της Φάνης, «γνώμονα και νόμο της ζωής τους», υπερβαίνοντας έτσι κατά πολύ τα όρια της γειτονιάς - φτάνοντας στις Δυτικές Ινδίες, το δουλεμπόριο, τους ναπολεόντειους πολέμους. Δεν συνιστά απλώς μελέτη μιας οικογένειας αλλά μελέτη του θεσμού της οικογένειας, μελέτη των κανόνων και των σχέσεων που καθιστούν την οικογένεια διαχρονική οντότητα. Το «Μάνσφηλντ Παρκ», όπως και το σύγχρονό του γοτθικό μυθιστόρημα, με το οποίο ελάχιστα μοιάζει, γοητεύεται από τη φύση και το κύρος της οικογένειας, από τις περίεργες στρεβλώσεις και την θεσμοθετημένη τυραννία που επιβάλλει στα μέλη της, και ιδιαίτερα στις γυναίκες.

Η Φάνι Πράις, μια νεαρή κοπέλα από φτωχή οικογένεια, πηγαίνει να ζήσει με τους πλούσιους συγγενείς της στην πολυτελή έπαυλή τους, το Μάνσφιλντ Παρκ. Καθώς η Φάνι προσπαθεί να βρει τον δρόμο της σε έναν κοινωνικό λαβύρινθο που δεν γνωρίζει, γίνεται μάρτυρας των ηθικών αδυναμιών και των ρομαντικών ιστοριών των ξαδέλφων και των γειτόνων της. Παραμένει σταθερή σε όσα θεωρεί σωστές αρχές για μια γυναίκα της τάξης της, αλλά παράλληλα δεν μπορεί να αποφύγει την έλξη που της ασκεί ο Έντμουντ, ο οποίος ίσως είναι ο μόνος που εκτιμά πραγματικά την αξία της. Τελικά η ήρεμη δύναμη της Φάνι λειτουργεί αναπάντεχα ως μια σταθερά, οδηγώντας τη στην αποδοχή και την ευτυχία. Το Μάνσφιλντ Παρκ είναι ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης, αποτυπώνει την αντίθεση μεταξύ καθήκοντος και επιθυμίας και θέτει ερωτήματα για τη δύναμη της ηθικής ακεραιότητας σε έναν κόσμο βυθισμένο στη ματαιοδοξία και την αποθέωση των προσχημάτων.

Μια πολύ όμορφη ιστορία. Η Jane Austen για μια ακόμη φορά συζητάει μέσω των χαρακτήρων της με τους αναγνώστες σχετικά με την ηθική και τις αξίες που πρέπει να έχει ο κάθε άνθρωπος. Η Φαννη Πράις είναι μια μοναδική χαρακτήρας με αρχές, σταθερότητα στις απόψεις και τις αποφάσεις της, και καλοπροαίρετη φύση. Σιγά –σιγά αποκτά και δυναμισμό και την βλέπουμε να ανθίζει και να παίρνει την θέση που της αξίζει ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλει να έχει στην ζωή της. Πραγματικά μια καταπληκτική ιστορία.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Η Φάνι Πράις είχε την ατυχία να γεννηθεί σε μια φτωχή οικογένεια. Η μητέρα της, ξεροκέφαλη στα νιάτα της, είχε ερωτευτεί έναν αμόρφωτο άντρα που προτιμούσε να μπεκρολογάει παρά να δουλεύει, κι έτσι η οικογένειά της την αποκήρυξε. Έντεκα χρόνια είχαν περάσει χωρίς καμία επικοινωνία μεταξύ τους. Η Φάνι ήξερε ότι είχε ξαδέλφια, θείες και θείους, μεταξύ τους όμως η απόσταση ήταν μεγάλη – εκείνοι ζούσαν σε μεγαλεία τα οποία ήταν τελείως άγνωστα στο σπίτι της Φάνι. Όταν όμως η κυρία Πράις έμεινε έγκυος στο ένατο παιδί της, σκέφτηκε –επιτέλους– ότι η οικογένειά της της όφειλε κάποια υποστήριξη. Έγραψε στην πλούσια αδελφή της, τη λαίδη Μπέρτραμ, ένα γράμμα στο οποίο εξιστορούσε τη δυστυχία της και απαριθμούσε τα πολλά της παιδιά, ζητώντας τη βοήθεια των Μπέρτραμ. Η λαίδη Μπέρτραμ και ο σύζυγός της, ο σερ Τόμας, της απάντησαν σε φιλικό ύφος στέλνοντας κάποιες συμβουλές, ένα μικρό χρηματικό ποσό και λίγα μωρρουδιακά. Η μεγαλύτερη αδελφή της κυρίας Πράις ήταν παντρεμένη με έναν ιερέα, τον αιδεσιμότατο Νόρις. Το ζευγάρι ζούσε κοντά στους Μπέρτραμ, αν και δεν τους έφτανε στα μεγαλεία. Η κυρία Νόρις έγραψε ορισμένα μακροσκελή γράμματα στην κυρία Πράις, όλο συμπόνια για την κατάστασή της. Ένιωθε όμως ότι αυτό δεν ήταν αρκετό και σύντομα άρχισε να σκέφτεται άλλους τρόπους να ελαφρύνει κάπως την αδελφή της από το βάρος.

«Γιατί να μην αναλάβουμε εμείς την ανατροφή ενός από τα παιδιά της;» πρότεινε μια μέρα.

 «Θα μπορούσαμε να καλέσουμε κοντά μας τη μεγαλύτερη κόρη. Σκεφτείτε πόσες προοπτικές θα έχει, αν μεγαλώσει σ’ ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον! Έναν καλό γάμο τουλάχιστον. Τι άλλο να θέλει μια κοπέλα;»

 Η λαίδη Μπέρτραμ συμφώνησε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Της άρεσε όταν οι άλλοι έβαζαν το μυαλό τους να δουλέψει για λογαριασμό της. Ο σερ Τόμας ήταν διστακτικός. Εκείνος σκεφτόταν τους γιους του, τον Τομ και τον Έντμοντ, και την πιθανότητα να ερωτευτούν την ξαδέλφη τους:

«Συμβαίνει συχνά, άλλωστε, και η κατάστασή μας είν…» «Είναι καλύτερα για την κοπέλα να μεγαλώσει μαζί με τα δικά σας παιδιά, ώστε να νιώθουν μεταξύ τους σαν αδέλφια» τον διέκοψε η κυρία Νόρις.

«Αποκλείεται να είναι εξίσου όμορφη με τη Μαράια και την Τζούλια – ακόμα όμως κι αν είναι, φανταστείτε τι θα γινόταν, αν ο Τομ ή ο Έντμοντ την έβλεπαν δέκα χρόνια από σήμερα! Θα τους κέντριζε μεμιάς το ενδιαφέρον, θα τους φαινόταν πολύ αινιγματική».

 

9.10.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/Άθλιοι -Βίκτωρος Ουγκώ


 

Οι Άθλιοι  (1862) είναι μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Βίκτωρος Ουγκώ και αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ασχολείται με τις ζωές αρκετών Γάλλων χαρακτήρων, οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, για μια περίοδο άνω των είκοσι ετών στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα. Οι Άθλιοι περιλαμβάνουν μία σειρά ιστοριών, συνδετικός άξονας των οποίων είναι αυτή του πρώην καταδίκου Γιάννη Αγιάννη, γνωστού στη φυλακή με τον αριθμό 24601, ο οποίος γίνεται μία δύναμη του καλού πάνω στη γη, χωρίς όμως να μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από πέντε μέρη, το καθένα από τα οποία χωρίζεται σε βιβλία, τα οποία με τη σειρά τους χωρίζονται σε κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο είναι σχετικά μικρό, συνήθως απαρτίζεται από μερικές σελίδες.

 «Το βιβλίο που έχει μπρος του ο αναγνώστης αυτή τη στιγμή είναι, απ’ τη μια άκρη του στην άλλη, στο σύνολό του και στις λεπτομέρειές του, ανεξάρτητα απ’ τις παρεκβάσεις, τις εξαιρέσεις και τις ελλείψεις, η πορεία απ’ το κακό στο καλό, απ’ το άδικο στο δίκαιο, απ’ το ψεύτικο στο αληθινό, απ’ τη νύχτα στη μέρα, απ’ το ένστικτο στη συνείδηση, απ’ τη σήψη στη ζωή, απ’ την κτηνωδία στο καθήκον, απ’ την κόλαση στον ουρανό.» -Βίκτωρ Ουγκώ-

Ένα κλασσικό αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που συγκλονίζει και καθηλώνει με την υπέροχη αυτή ιστορία και τους εξαιρετικούς χαρακτήρες. Αντιπολεμικό, συγκινητικό, ανθρώπινο. Ένα διαμάντι της λογοτεχνίας.  Πλούσιες περιγραφές, πλοκή που σε απορροφά, πληθώρα θεμάτων με φόντο τη Γαλλία του 19ου αιώνα, αλλά το καλύτερο πράγμα σε αυτό το βιβλίο είναι οι περίπλοκοι και ταυτόχρονα ανθρώπινοι χαρακτήρες που παρουσιάζει. Η χρήση της γλώσσας, την χειρίζεται υπέροχα ο συγγραφέας, τοποθετεί πολλά επίθετα και έτσι την κάνει πλούσια την περιγραφή. Μαγικός ο τρόπος που αναλύει σε βγάζει από κόπο να σκεφτεί αλλά προβληματίζεσαι για τα κοινωνικά μηνύματα που θέλει να περάσει. Θίγει  πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά θέματα και αξίες. Τονίζει την διαφθορά των ανθρώπων εξαιτίας της φτώχειας και της έλλειψης παιδείας.

 

«... «Οι Άθλιοι» γράφτηκαν για όλα τα έθνη. Δεν ξέρω αν θα διαβαστούν απ' όλους, όμως εγώ για όλους τούς έγραψα. (...)        

Όπου ο άνθρωπος ζει αμόρφωτος και απελπισμένος, όπου η γυναίκα πουλάει το κορμί της για μια μπουκιά ψωμί, όπου το παιδί υποφέρει από αγραμματοσύνη κι από έλλειψη παιδείας, το βιβλίο των "Αθλίων" χτυπά την πόρτα φωνάζοντας δυνατά:
-Ανοίξτε μου! Έρχομαι για σας!               
Στο σκοτεινό σημείο όπου βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άθλιος ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που αγωνιά κάτω απ' όλα τα κλίματα και τα καθεστώτα, που στενάζει σ' όλες τις γλώσσες».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

“Ο Γιάννης Αγιάννης ήτανε, καθώς είπαμε, άνθρωπος αμόρφωτος· όχι όμως ηλίθιος. Υπήρχε μέσα του αναμμένη η κοινή φλόγα, η έμφυτη. Η δυστυχία, που έχει κι αυτή το δικό της το φως, μεγάλωσε το λυκαυγές που υπήρχε στο πνεύμα αυτό. Κάτω από το ραβδί, απ’ τα δεσμά, στη φυλακή, στις αγγαρείες, κάτω από το φλογερό ήλιο του κατέργου, πάνω στο ξύλινο κρεβάτι των καταδίκων εξήτασε τη συνείδησή του κι εσχημάτισε σκέψη. Έκαμε ο ίδιος τον εαυτό του δικαστήριο.

Και πρώτα άρχισε ν’ ανακρίνει ο ίδιος τον εαυτό του. Είδε πως δεν ετιμωρήθηκε άδικα· ανεγνώρισε πως δεν ήταν αθώος. Παραδέχθηκε πως είχε κάμει μια αξιόμεμπτη πράξη, ότι αν ζητούσε εκείνο το ψωμί που είχε αρπάξει, ίσως δεν θα του το αρνιόνταν· ότι, οπωσδήποτε ήτανε προτιμότερο να το περιμένει, είτε από τη ζητιανιά είτε από τη δουλειά, ότι μπορούν ν’ απαντήσουν καταφατικά στην ερώτηση: «μπορώ να περιμένω όταν πεινάω;» Ότι αυτός δεν είναι λόγος· ότι, πρώτα πρώτα, είναι σπανιότατο να πεθάνει κανείς από την πείνα· έπειτα, δυστυχώς ή ευτυχώς, ο άνθρωπος είναι έτσι πλασμένος, πότε να υποφέρει πολύν καιρό, να υποφέρει πολύ ψυχικά και σωματικά χωρίς να πεθαίνει· ότι χρειαζότανε λοιπόν υπομονή, ότι αυτό θάτανε το καλύτερο, έστω και για τα φτωχά ανήλικα εκείνα παιδιά· ότι ήτανε τρέλα το να θελήσει αυτός, άρρωστος και δυστυχισμένος άνθρωπος, να πιάσει την κοινωνία ολόκληρη από το λαιμό και να φαντασθεί ότι γλιτώνει κανείς από την φτώχεια με την κλεψιά, ότι οπωσδήποτε είναι πολύ κακή πόρτα για να βγει από τη φτώχεια, η πόρτα από την οποία μπαίνει κανείς στην ατιμία· ότι τέλος έφταιξε.

Έπειτα αναρωτιότανε.

Αν αυτός ήταν ο μόνος φταίχτης στην ιστορία αυτή. Αν πρώτα πρώτα, δεν ήτανε πράγμα σοβαρό το να λείψει δουλειά σ’ αυτόν που ήταν δουλευτής· το να λείψει ψωμί σ’ αυτόν που ήταν εργατικός. Αν έπειτα αφού το φταίξιμο έγινε κι εξομολογήθηκε, δεν ήταν τιμωρία βαριά και υπερβολική. Αν δεν έκανε μεγαλύτερη κατάχρηση ο νόμος στην ποινή, παρ’ όση ο ένοχος στο φταίξιμο. Αν ο ζυγός, με τον οποίον ζυγίζεται το δίκαιο, έχει τις πλάστιγγες ισόρροπες, και δεν είναι βαρύτερη η ζυγαριά όταν μπαίνει το αντίποινο. Αν η επιβάρυνσις της ποινής δεν σβήνει το φταίξιμο, κι αν δεν στρέφει το πράγμα προς το αντίθετο μέρος, βάζοντας, στη θέση του εγκλήματος του ενόχου, το έγκλημα του τιμωρού, μεταβάλλοντας τον ένοχο σε θύμα, τον οφειλέτη σε δανειστή, και στρέφοντας οριστικά το δίκαιο μάλλον προς το μέρος εκείνου που το παραβίασε. Αν αυτή η ποινή, που επιβαρύνεται σε κάθε απόπειρα δραπετεύσεως, δεν καταντά στο τέλος κατάχρησις του ισχυροτάτου εις βάρος του ασθενεστέρου, έγκλημα της κοινωνίας κατά του ατόμου, έγκλημα που επαναλαμβάνεται κάθε μέρα και που βάσταξε δεκαεννιά χρόνια. Αναρωτήθηκε αν η ανθρώπινη κοινωνία έχει το δικαίωμα να εξαναγκάζει τα μέλη της να υπομένουν, στη μια περίπτωση την παράλογη απρονοησία της, στην άλλη δε την άσπλαγχνη πρόνοιά της, και να φυλακίζει για πάντα ένα φτωχόν άνθρωπο, ανάμεσα σε μιαν έλλειψή της και σε μιαν υπερβολή της· έλλειψη μεν δουλειάς γι’ αυτόν, υπερβολής δε τιμωρίας εναντίον του.

Αν δεν είναι πολύ κακό το να φέρνεται έτσι η κοινωνία προς εκείνα μάλιστα τα μέλη της που τους έτυχε ο μικρότερος κλήρος στην από τύχη γενόμενη μοιρασιά των αγαθών, κι επομένως είναι πιο πολύ άξια επιεικείας. Σκεπτόμενος αυτά τα ζητήματα και λύνοντάς τα, έκρινε κι αυτός την κοινωνία και την κατεδίκασε.

Την κατεδίκασε σε τί; Στο μίσος του.

 

2.10.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΣΤΗΣ


 

Το τρίτο στεφάνι είναι μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή. Ο Ταχτσής έγραψε το μυθιστόρημα κατά την περιπλάνησή του εκτός Ελλάδας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το πρότεινε σε τρεις εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι όμως το απέρριψαν. Η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Πρωταγωνίστριες και αφηγήτριες είναι δύο γυναίκες, η Νίνα και η φίλη της Εκάβη, που ζουν αυτές τις περιόδους και περιγράφουν με ακρίβεια το κλίμα της εποχής μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες. Διαδοχικά, η Νίνα πραγματοποιεί τρεις γάμους  απ' όπου προέρχεται και ο τίτλος του έργου.

Το Τρίτο Στεφάνι είναι μυθιστόρημα που πρέπει να διαβάσει κάποιος δύο ή τρεις φορές στη ζωή του. Ανάλογα την ηλικία που έχεις το αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά. Η αφήγηση του Τρίτου Στεφανιού είναι μια ταλαιπωρία του καθημερινού ανθρώπου, που παρασύρεται από την  ιστορία  χωρίς να καταλαβαίνει τι έχει συμβεί, για ποιό λόγο και ποιός είναι υπεύθυνος. Ένα διαμάντι της ελληνικής λογοτεχνίας. Μοναδικοί διάλογοι, έντονες σκηνές και αλήθειες από την εποχή εκείνη. Οι  μονόλογοι των ηρωίδων αποκαλύπτουν καινούργιες πτυχές της ζωής τους και του χαρακτήρα τους. Ένα βιβλίο τολμηρό, διαχρονικό και τόσο ρεαλιστικό. Σε μεταφέρει σε μια άλλη εποχή. Δίκαια ανήκει στην κλασική λογοτεχνία. Η γλώσσα είναι η δημοτική, με αρκετούς λαϊκισμούς. Πράγματι, ο συγγραφέας αποδίδει με ακρίβεια τη γλώσσα της εποχής και τη ζωντάνια του προφορικού λόγου, τηρώντας τις αναδρομές στο παρελθόν, αφηγήσεις και ανοίγματα στο μέλλον.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Κεφάλαιο 1

Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!… Τι πληγή είν΄ αυτή που μούστειλες θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ως πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ως πότε θάμαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι να βλέπω τη μούρη της, ν΄ ακούω τη φωνή της, ως πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν΄ απαλλαγώ απ΄ αυτό το έκτρωμα της φύσεως που μ΄ άφησε ο πατέρας της για να μ΄ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ΄ άφησαν να κάνω την έκτρωση!…

Μα γιατί τους βλαστημάω; Δε ζούνε πια. Ούτε φταίν΄ εκείνοι. Φταίω εγώ που τους άκουσα. Σε τέτοια ζητήματα πρέπει ν΄ ακούει κανείς μόνο τον εαυτό του, κανέναν άλλον!… Όσο ήταν μικρή, παρηγοριόμουνα με την σκέψη πως, μεγαλώνοντας θ΄ άλλαζε. «Θ’ αλλάξει!» έλεγα. «Θα στρώσει. Στο κάτω της γραφής, αργά ή γρήγορα, μια μέρα θα παντρευτεί. Θα τη φορτωθεί άλλος στην καμπούρα του». Μα δε βαριέσαι! Άδικα ήλπιζα. Όπως πάν’ τα πράματα, μου φαίνεται πως θα μείνει γεροντοκόρη. Και πώς να μη μείνει γεροντοκόρη τέτοια που είναι; Αχ, ας όψεται εκείνο το τέρας, η Ερασμία, που την κατέστρεψε με τις κατηχήσεις της. Ποιος άντρας θα γυρίσει, σας παρακαλώ, να την κοιτάξει ερωτικά έτσι που ντύνεται, έτσι που φέρεται, έτσι που μιλάει; Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα δεχτεί να την κάνει μητέρα των παιδιών του μ΄ αυτές τις γελοίες ιδέες που έχει, με τις νευρώσεις που έχει, με το έκζεμα που το ξύνει συνεχώς και δεν τ΄ αφήνει να κλείσει; Θα μείνει δυστυχώς στο ράφι, και δεν ξέρω η έρμη ποια απ΄ τις δυο μας να λυπηθώ περισσότερο : Τον εαυτό μου ή εκείνην; Γιατί, ό,τι κι αν λέω, κακά τα ψέματα. Μάνα της είμαι και την πονάω.

 

13.9.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ Άντον Τσέχωφ


 

Ποιος δεν γνωρίζει τον μεγάλο Ρώσο θεατρικό συγγραφέα και ποιος θεατρόφιλος δεν έχει δει τον Θείο Βάνια, τον Γλάρο, τον Βυσσινόκηπο. Σίγουρα όμως λιγότεροι γνωρίζουν τα θαυμάσια διηγήματά του και ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που ξέρουν ότι ήταν γιατρός. Όχι μόνο ήταν γιατρός αλλά ασκούσε την ιατρική σε όλη του τη ζωή. Έλεγε: «Η ιατρική είναι η νόμιμη σύζυγός μου ενώ η λογοτεχνία η ερωμένη μου»

.Οι τρεις αδελφές είναι τετράπρακτο θεατρικό δράμα γραμμένο από τον Ρώσο συγγραφέα:  Άντον Τσέχωφ το 1900. Το έργο διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη (που δεν κατονομάζεται) της Ρωσίας και αφορά στην διάψευση των ελπίδων και των επιθυμιών των προσώπων και ιδιαίτερα των τριών αδελφών, από την καθημερινότητα και το βάρος της ζωής. Tα τέσσερα παιδιά ενός μορφωμένου στρατιωτικού, οι τρεις κόρες του και ο μοναχογιός του, μετά τον θάνατό του, ζουν σε μiα απομακρυσμένη και μονότονη πόλη της ρωσικής επαρχίας. Τα μέλη της οικογένειας, και οι στρατιωτικοί φίλοι τους, φαντασιώνουν ότι ζουν σε μια αποκομμένη από την επαρχιακή πλήξη “νησίδα πολιτισμού”. Οι τρεις αδελφές αναζητούν ωστόσο μια λύτρωση που ποτέ δεν έρχεται. Οι αξιωματικοί θα φύγουν μακριά κι οι τρεις αδελφές θα απομείνουν μόνες, συντροφιά με τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, να νοσταλγούν και να αναρωτιούνται για το νόημα της ύπαρξης τους.

Η έλλειψη της προσωπικότητα κάποιων σημείων στο χαρακτήρα τους και η ψυχική τραγωδία τους, τους οδηγεί στην επίσκεψη του οικείου χώρου του πατρικού τους σπιτιού, αλλά οδηγεί τον αναγνώστη να μαγευτεί από τους ήρωες αλλά και να προβληματιστεί από την πλοκή του έργου.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Στo σπίτι των Πραζόρωφ. Ένα µεγάλο σαλόνι µε κολόνες. Στο βάθος, ανάµεσα από τις κολόνες, φαίνεται µια άλλη µεγάλη σάλα. Μεσημέρι. Μέρα ηλιόλουστη. Στη µέσα σάλα ετοιµάζουν το τραπέζι για πρόγευµα. Η Όλγα, µε µπλε σκούρα στολή καθηγήτριας του Γυµνασίου, διορθώνει σχολικά τετράδια, πότε καθιστή και πότε όρθια. Η Μάσσα, µε µαύρο φόρεµα και το καπέλο στα γόνατά της, κάθεται και διαβάζει ένα βιβλίο. Η Ειρήνα, µε άσπρο φόρεµα, στέκει παρέκει βυθισμένη σε σκέψεις.

ΟΛΓΑ: Ο πατέρας πέθανε πριν ένα χρόνο, ακριβώς σαν σήµερα στις πέντε του Mάη, τη µέρα της γιορτής σου, Ειρήνα. Εκανε κρύο πολύ τότε, έριχνε χιόνι. Εγώ ένιωθα πως δε θα μπορούσα να το βαστάξω... Κι εσύ είχες λιποθυµήσει κι ήσουνα χλωµή, σαν πεθαµένη. Όµως να, πέρασε ένας χρόνος, και το ξαναθυµόµαστε πια χωρίς πόνο. Εσύ φόρεσες τ' άσπρα σου και το προσωπάκι σου λάµπει. (το ρολόι χτυπάει δώδεκα) Και τότε χτυπούσε το ρολόι. (Παύση) Θυµάµαι όταν σηκώσανε τον πατέρα... έπαιζε µουσική, και στο νεκροταφείο πέφτανε κανονιές. Ήτανε στρατηγός και διοικητής Ταξιαρχίας. Κι όµως δεν ήρθε πολύς κόσµος στην κηδεία. Έβρεχε πολύ. Μια βαριά βροχή και...

ΕΙΡΗΝΑ: Τι τα ξαναθυµόµαστε ολ' αυτά; (Ο Βαρόνος του Τούζεµπαχ, ο Τσεµπουτίκιν κι ο Σαλιόνιυ παρουσιάζονται στη µέσα σάλα, κοντά στο τραπέζι)

ΟΛΓΑ: Σήµερα κάνει ζέστη. Μπορούµε να 'χουµε τα παράθυρα ανοιχτά. Κι όµως οι σημύδες ακόµα δε βγάλανε φύλλα. Ο πατέρας είχε αναλάβει εδώ την διοίκηση της Ταξιαρχίας, πριν έντεκα χρόνια, και ήρθαµε δω τότε όλοι µαζί απ' τη Μόσχα. Θυµάµαι καλά, τέτοια επoχή στη Μόσχα, στις αρχές του Mάη, όλα ήταν ανθισµένα. Έκανε ζέστη και όλα ήταν λουσµένα στου ήλιoυ το φως. Πέρασαν έντεκα χρόνια από τότε, κι όµως τα θυμάμαι αυτά σαν να φύγαµε χθες! Ω! Θεέ µου! Ξύπνησα σήµερα το πρωί κι αντίκρισα όλο αυτό το φως, είδα την άνοιξη, κι η χαρά πληµµύρισε την καρδιά µου! Κι ένιωσα µια τέτοια λαχτάρα να ξαναγυρίσω στο σπίτι µας!

ΤΣΕΜΠΟΥΤΙΚΙΝ: Αµ δε! ΤΟΥΖΕΜΠΑΧ: Κουταµάρες βέβαια! (Η Μάσσα διαβάζοντας αφηρηµένη το βιβλίο σιγοσφυρίζει ένα τραγούδι.)

Αποκαλύπτει πως ο άνθρωπος μπορεί να αντιστέκεται αδιάκοπα στην παραίτηση, να συγκεντρώσει δυνάμεις για να βουτήξει στο άγνωστο χωρίς εξασφάλιση, πέρα από τη συνειδητοποίηση ότι δεν γίνεται αλλιώς, και με την ελπίδα για το καλύτερο.

 

8.9.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/Εγκλημα στο Όριαν Εξπρές


 

«ΈΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ»

 

Το «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές» - ("Murder on the Orient Express") είναι αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι, που εκδόθηκε από τον αγγλικό εκδοτικό οίκο "Collins - Crime Club" την 1η Ιανουαρίου του 1934. Το μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από την ιστορία της υπόθεσης απαγωγής του μωρού του διάσημου αεροπόρου Τσαρλς Λίντμπεργκ, μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει τότε όλον τον κόσμο. Το μυθιστόρημα αυτό, από τα πιο δημοφιλή - αν όχι το δημοφιλέστερο από τα έργα της Αγγλίδας συγγραφέως - έχει συμπεριληφθεί από τη βρετανική εφημερίδα "The Guardian" στη λίστα με τα 10 καλύτερα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι.

Ο Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρώ ταξιδεύει με το Όριεντ Εξπρές, αλλά εξαιτίας μιας τρομερής χιονοθύελλας το τρένο σταματά στα μισά της διαδρομής Κωνσταντινούπολης – Παρισιού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Ράτσετ, ένας από τους επιβάτες του τρένου και ήδη ύποπτος για την υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας ενός μικρού κοριτσιού, βρίσκεται δολοφονημένος. Ενώ οι επιβάτες βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα χιόνια και μακριά από την αστυνομία, ο Πουαρώ αναλαμβάνει να ρίξει φως στην υπόθεση. Όλοι έχουν κίνητρο, όλοι είναι ύποπτοι αλλά όλοι έχουν ένα καλό άλλοθι. Τελικά θα βρεθεί η λύση του μυστηρίου;

Μοναδική ιστορία με πλοκή που σε κρατάει σε εγρήγορση μέχρι το τέλος. Χτίζει πολλούς χαρακτήρες με άψογο τρόπο και καταφέρνει να εκπλήσσει συνεχώς κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Η δομή αυτού του βιβλίου είναι ομαλή και μεθοδική. Είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που με κράτησε κολλημένο στις σελίδες μέχρι το τέλος… Διαβάζεται εύκολα, χωρίς να κουράζει και χωρίς περιττές περιγραφές. Η Άγκαθα Κρίστι δεν απογοητεύει ποτέ!

 

«Ο δολοφόνος βρίσκεται εδώ, μαζί μας. . .Είναι στο τρένο αυτή τη στιγμή. . ." Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το φημισμένο Οριάν Εξπρές ακινητοποιείται από μια χιονοθύελλα στη μέση του πουθενά. Το πρωί, ο εκατομμυριούχος Σάμιουελ Έντουαρντ Ράτσετ βρίσκεται μαχαιρωμένος στο κρεβάτι του. Η πόρτα του κουπέ του είναι κλειδωμένη από μέσα. Ο δολοφόνος του είναι ένας από τους συνταξιδιώτες του… Ο Ηρακλής Πουαρό, παγιδευμένος κι αυτός στο τραίνο, επιχειρεί να λύσει το μυστήριο. Ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είχαν λόγους να μισούν τον Ράτσετ. Ποιος απ' όλους είναι ο δολοφόνος; Άραγε σχεδιάζει να χτυπήσει ξανά; Ένα ταξίδι με το πιο πολυτελές τρένο του κόσμου εξελίσσεται σ' ένα αγωνιώδες μυστήριο -και σ' ένα από τα πιο δημοφιλή έργα της Άγκαθα Κρίστι, που διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνώστες και μεταφέρθηκε επανειλημμένα στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.»


1.9.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ/ΠΟΠΟΛΑΡΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ


 

Ο Πόπολάρος είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Το είδος της λογοτεχνίας είναι κοινωνικό. Στα έργα του διακρίνεται ο κόσμος της Ζακύνθου και ταυτόχρονα απεικονίζεται η αθηναϊκή αστική κοινωνία. Τον απασχολούν τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής στην οποία έζησε και συχνά διατυπώνει τους προβληματισμούς του. Εισχωρεί στη νοοτροπία των ανθρώπων, στα καθημερινά τους προβλήματα και στον ψυχικό τους κόσμο, ενώ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συμπεριφορά της γυναίκας.

Ο Ζέππος ο Πεμπονάρης είναι ο ποπολάρος που ερωτεύεται την όμορφη κοντεσίνα Έλδα. Στον λόφο της μαγευτικής Μπόχαλης στη Ζάκυνθο ένα καλοκαίρι θα αναπτυχθεί το ειδύλλιό τους, το οποίο όμως θα τελειώσει πολύ σύντομα και απότομα, καθώς η αριστοκράτισσα Έλδα απορρίπτει τελικά τον γιο του σταφιδά, λόγω της αγεφύρωτης κοινωνικής διαφοράς τους. Τότε στην ψυχή του πληγωμένου ποπολάρου θα ξυπνήσει όλο το μίσος της τάξης του και ως γνήσιος επαναστάτης δεν θα υποταχθεί σε προλήψεις, προσβολές και καπρίτσια… Ένα διήγημα αποκαλυπτικό των ταξικών διχασμών της επτανησιακής κοινωνίας του 19ου αιώνα και του χάσματος ανάμεσα στους αριστοκράτες και τους ποπολάρους. Περιλαμβάνονται, επίσης, τα διηγήματα: Μανταλένα, Οι ερωτευμένοι, Νανότα, Το ζακυθινό μαντίλι, Η κούκλα της νύφης, Ερμίνα, το πουλημένο κορμί, Η Φανερωμένη, Ο τύπος και η ουσία και Η Σκουφάτη.

Η γραφή του Ξενόπουλου έχει ιδιωματισμούς λόγω της Ζακυνθινής διαλέκτου, παρόλο αυτά καταφέρνει να σε ταξιδέψει στα μέρη αλλά και την εποχή με μεγάλη ευκολία. Ο τρόπος που τα παρουσιάζει είναι σαν τα βλέπεις μπροστά σου και σίγουρα δεν νιώθεις ότι ζεις σε άλλη εποχή γιατί ενσωματώνεσαι γρήγορα μέσα σε αυτήν.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Το παλιό τραγούδι της κιθάρας, που το τραγουδούσαν οι ζακυθινοί «αμορόζοι», έλεγε: Ο ανήφορος της Μπόχαλης είναι ωραίο σεργιάνι, Κι όπ’ αγαπάει μελαχρινή τον νου του τόνε χάνει. Κάθε απόγεμα που ο Ζέππος, ο γιος του Πεμπονάρη του σταφιδά, έπαιρνε τον ανήφορο της Μπόχαλης, θυμότανε και μουρμούριζε αυτό το τραγούδι· για να ταιριάζει όμως περισσότερο στην περίστασή του, εκεί που έλεγε «μελαχρινή», ο Ζέππος έβαζε «μια ξανθή»… Κι αλήθεια, για μια ξανθή έπαιρνε τον ανήφορο της Μπόχαλης, κάθε απόγεμα ο Ζέππος, ο γιος του Πεμπονάρη του σταφιδά: Για την Έλδα, τη μονάκριβη του κόντε Ντιμάρα, την κοντεσίνα με τα χρυσα μαλλιά και τα ζαφειρένια μάτια, που τρέλαιναν κόσμο. Ποτέ δεν θα έβαζε με τον νου του ο Ζέππος, το παιδί του λαού, ο γιος του ποπολάρου, πως μπορούσε ν’ αγαπηθεί από μια τέτοια πεντάμορφη αρχοντοπούλα! Την έβλεπε πρωτύτερα στον περίπατο, στη μουσική, στο Πόρτο, στο Ψήλωμα, τη θαύμαζε κρυφά, μακάριζε το αρχοντόπουλο που θα μπορούσε να της πάρει κι ένα μόνο φιλί – μα τίποτε άλλο. Κοκκίνιζε και χαμήλωνε τα μεγάλα ολόμαυρα μάτια του σαν κορίτσι, όταν καμιά φορά, στο γοργό συναπάντημα, τα ολάνοιχτα, τα περίεργα γαλανά μάτια της Έλδας, τον κοίταζαν μια στιγμή με μια ανεξήγητη έκπληξη. Το ίδιο και στο θέατρο, που την έβλεπε τακτικά, αυτός από την πλατεία, εκείνη στο θεωρείο της, το ίδιο και στον Αι- Μάρκο, τη φραγκοκλησιά, που έμπαινε κάπου κάπου για να ακούσει το περίφημο όργανο, να το παίζει ο μαέστρος Παύλος Καρρέρης και να ιδεί την Έλδα –θρήσκα καθολική σαν τον πατέρα της– να προσεύχεται γονατισμένη, σκυφτή σ’ ένα χρυσό βιβλιαράκι και με ένα εκστατικό πρόσωπο, όλο φως… Και όμως, να! Ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανείς πώς έρχονται καμιά φορά τα πράγματα. Εκείνο το καλοκαίρι –λίγα χρόνια μετά την Ένωση– η οικογένεια του γιατρού Μαρινέρη, του κουράντε και φίλου του κόντε Ντιμάρα, από την άνοιξη ακόμα, πήγε να κατοικήσει στην αψηλή Μπόχαλη. Γιατί ο γιατρός είχε περάσει, τον χειμώνα, μια σοβαρή αρρώστια κι είχε ανάγκη να αλλάξει αέρα, χωρίς όμως να απομακρυνθεί και πολύ από τη χώρα, για να μην αφήσει την πελατεία του. Ο λόφος της Μπόχαλης, με τα περιβόλια του, με τα σπιτάκια του και με τις μικρές του βίλες, το ήσυχο, δροσερό και μοσχοβολισμένο προάστιο, που δεν απείχε ούτε δέκα λεπτά της ώρας από τη χώρα, ήταν ό,τι του χρειαζότανε.

Μια  ιστορία εποχής που δεν έχει να ζηλέψει καμία άλλη, αξίζει να την διαβάσετε… Εγώ μαγεύτηκα.

26.8.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΠΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΥΑΝ ΝΤΕ ΣΑΙΝΤ-ΕΞΥΠΕΡΥ


 

 

Αν και θεωρείται παιδικό βιβλίο, απευθύνεται σε όλους. Βρίσκεται δεύτερο από την κορυφή της λίστας των βιβλίων που πουλήθηκαν σε περισσότερα από 100 εκατομμύρια αντίτυπα.

Το θέμα του βιβλίου είναι το εξής: Ο αφηγητής πέφτει με το αεροπλάνο του, που έχει πάθει βλάβη, στην έρημο Σαχάρα. Εκεί συναντά ένα ασυνήθιστο παιδί (τον Μικρό Πρίγκιπα), γνωρίζονται και γίνονται φίλοι. Ο αφηγητής μαθαίνει πολλά από τον καινούργιο του φίλο. Ο καινούργιος του φίλος σιγά-σιγά του διηγείται την επίσκεψή του σε άλλους πλανήτες, όπου υπάρχουν άνθρωποι ματαιόδοξοι αλλά και κάποιοι (ελάχιστοι) περισσότερο «ανθρώπινοι». Δεν ξεχνάει ποτέ και με τίποτα τις ερωτήσεις που έχει υποβάλει, ενώ ο ίδιος, αντίθετα, δεν συνηθίζει να απαντάει στις ερωτήσεις των άλλων.

Το θέμα του βιβλίου είναι η αληθινή αγάπη. Τελικά, λόγω της αγάπης, ο πρίγκιπας άφησε το Τριαντάφυλλό του, ή μάλλον, λόγω της έλλειψη ζήλου του να αγαπήσει. Έπειτα τίθεται  το ζήτημα της φιλίας, μας δείχνει η ιστορία ότι υπάρχει ανάγκη να μάθουμε να εμπιστευόμαστε ανθρώπους, να είμαστε υπεύθυνοι για τους αγαπημένους μας, να μην κλείνουμε τα μάτια σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, αυτά μας διδάσκει ο Μικρός Πρίγκιπας.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

.Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα νεαρό αγόρι, που του άρεσε πολύ να ζωγραφίζει. Μια μέρα ζωγράφισε ένα βόα να τρωει έναν ελέφαντα, γιατί είχε διαβάσει σ’ ένα βιβλίο πως οι βόες καταπίνουν τη λεία τους ολόκληρη, χωρίς να τη μασήσουν. Όταν όμως έδειξε τη ζωγραφιά του στους μεγάλους, απογοητεύτηκε πολύ γιατί όλοι του έλεγαν ότι είχε ζωγραφίσει ένα καπέλο. Σχεδίασε λοιπόν και το εσωτερικό του βόα ώστε να μπορέσουν οι μεγάλοι να το καταλάβουν. Στους μεγάλους όμως δεν τους άρεσε και τον συμβούλεψαν να παρατήσει τις ζωγραφιές και να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να γίνει πιλότος αεροπλάνων. Έτσι και έγινε μέχρι που μια μέρα έπαθε βλάβη και έπεσε με το αεροπλάνο του στην έρημο Σαχάρα. Εκεί στην έρημο, καθώς ο αεροπόρος προσπαθούσε να επιδιορθώσει το αεροπλάνο του, συναντά ξαφνικά ένα μικρό ανθρωπάκι που έμοιαζε με πρίγκιπα. Το πρώτο πράγμα που του ζήτησε ο μικρός πρίγκιπας ήταν να σχεδιάσει ένα πρόβατο. Μη γνωρίζοντας πώς να σχεδιάσει ένα πρόβατο, ο αεροπόρος του έδειξε τη ζωγραφιά του ελέφαντα μέσα στο βόα. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο μικρός πρίγκιπας αναγνώρισε το σχέδιο του.

 

15.8.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ /ΌΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΤΟΥ ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

 


To Όνειρο Θερινής Νυκτός είναι ρομαντική κωμωδία του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Περιγράφει τις περιπέτειες τεσσάρων νεαρών Αθηναίων και μιας ομάδας ερασιτεχνών ηθοποιών, τη σχέση τους με το Δούκα και τη Δούκισσα της Αθήνας, Θησέα και Ιππολύτη, και με τα ξωτικά ενός δάσους κάτω από το φεγγάρι. Είναι ένα από τα γνωστότερα και πιο πολυπαιγμένα έργα του Σαίξπηρ σε όλο τον κόσμο.

Η κωμική ιστορία, που είναι ένα θεατρικό έργο, γραμμένο σε ποίηση από τον Σαίξπηρ, διαδραματίζεται στην Αθήνα (η Αθήνα σύμφωνα με τη φαντασία του γίγαντα των γραμμάτων, εκτός τόπου και χρόνου, μια παλιά Αθήνα). Μια νύχτα του καλοκαιριού δυο νέοι και δυο νέες βρέθηκαν σε ένα δάσος, όπου ζούσαν μυστηριώδη πλάσματα με μαγικές δυνάμεις. Όταν ο Όμπερον, ο βασιλιάς των ξωτικών, ανέθεσε στον Πακ, το σκανταλιάρικο ξωτικό, μια αποστολή για να εκδικηθεί τη βασίλισσα των νεράιδων, την Τιτάνια, ξεκίνησε μια απίστευτη περιπέτεια, ένα ονειρικό ταξίδι σε έναν κόσμο που αιωρείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

 Ο συγγραφέας εμπνέεται από μια ονειρική Αθήνα, που δίνει ώθηση στην ανεξάντλητη φαντασία του και γράφει ένα έργο εντυπωσιακής πλοκής, όπου το κωμικό στοιχείο κυριαρχεί, ενώ παράλληλα αγγίζονται τολμηρά θέματα. 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

ΞΩΤΙΚΟ Στους λόφους, στις κοιλάδες,  στα σύθαμνα, στις αγκαθιές, στα δάση, στις παχιές βοσκές·, στα νερά και στις φωτιές· τρέχω πάνω, τρέχω κάτω και παντού πιο γρήγορα απ’ το φως του φεγγαριού.  Υπηρετώ  την βασίλισσα των ξωτικών, φροντίζω να δροσίζω τα ξέφωτα, τ’ αλώνια, τα λιβάδια, τα λαγκάδια της,  για να περάσει συνοδεία με τους φρουρούς της:  εκείνες τις ψηλές μαργαρίτες, που φοράνε ολόχρυσες στολές... κι άμα κοιτάξεις καλά θα δεις πως είναι κεντημένες με ρουμπίνια, χαρισμένα απ’ τις ξωθιές - μέσα σ’ αυτά φυλάνε τ’ αρώματά τους.   Πρέπει να βρω εδώ γύρω κάμποσες δροσοσταλίδες, να τις κάνω σκουλαρίκια των φρουρών.

Άντε γεια σου, κατακάθι των στοιχειών!  Πάω να φύγω. Όπου να ’ναι θα φανεί η βασίλισσά μου μ’ όλα τ’ αερικά της. 

 

ΠΟΥΚ Απόψε έχει γιορτή εδώ κι ο βασιλιάς μου.  Έχε τον νου σου να μην πάρει είδηση την βασίλισσα, γιατί τον έχει που τον έχει εξαγριώσει! Ναι, η Τιτάνιά σου δεν ξεκολλάει από δίπλα από ένα αγόρι, σαν τα κρύα τα νερά, που το έκλεψε από κάποιον βασιλιά, στα μέρη της Ινδίας. Τόσο γλυκό ανθρώπινο παιδί δεν είχε ξαναδεί. Κι ο Όμπερόν μου ζήλεψε: το θέλει για την φρουρά του, όταν περιπολεί στα δάση, στ’ άγρια βουνά. Αλλά η Τιτάνια  το αγαπάει και δεν το αφήνει να κάνει βήμα από κοντά της: του φοράει στεφάνια με λουλούδια, το χαϊδεύει, το ευχαριστιέται όλη μέρα κι όλη νύχτα.  Κι έτσι, βασίλισσα και βασιλιάς δεν συναντιούνται πια στις βοσκές, στις φυλλωσιές, στις κρυστάλλινες πηγές. Κι αν ποτέ συναντηθούν, στήνουν άγριο καυγά κάτω απ’ τις αστραφτερές πούλιες τ’ ουρανού και τρέχουν να κρυφτούν τ’ αερικά τρομαγμένα μες στις κούπες των βελανιδιών. 

Ο έρωτας ως θαύμα, μαγεία, όνειρο, θάνατος, πάθος, κυριαρχεί στους νέους, που αγνοούν την κοινωνική ηθική και υπακούουν στα προστάγματα της καρδιάς τους. Οι λαϊκές παραδόσεις και τα παραμύθια κυριαρχούν σ’ αυτό το πραγματικά υπέροχο θεατρικό έργο. Η ανιδιοτελής ρομαντική αγάπη  που μας προτείνει το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας  μοιάζει με ελιξίριο που θα μας  θεραπεύσει από  τον  κυνισμό  και το ναρκισσισμό που - μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα- έχει πια περάσει παντού στη ζωή μας. Ένα παραμύθι που έχει την ικανότητα να ταξιδέψει τους αναγνώστες του σε άλλες εποχές μακρινές, εκεί που ακόμα και τα πιο απίθανα μοιάζουν δυνατά. 

 


7.8.24

ΒΙΒΛΙΑ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ / ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ


 

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

 

Οι μεγάλες προσδοκίες είναι το 13ο μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς. Οι μεγάλες προσδοκίες, το οποίο είναι δημοφιλές τόσο στους αναγνώστες όσο και τους κριτικούς λογοτεχνίας, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει μεταφερθεί πολυάριθμες φορές σε διάφορα μέσα. Το βιβλίο είναι ένα αριστούργημα. Το βιβλίο έχει δόσεις χιούμορ, δράσης και συναισθηματισμού, και αποτυπώνεται μια αξέχαστη ιστορία.

Πρόκειται για την ιστορία του Πιπ, ενός ορφανού αγοριού που βλέπει ξαφνικά την τύχη να του χαμογελά. Ο δρόμος του διασταυρώνεται με τους δρόμους παράξενων ανθρώπων: ο δραπέτης Μάγκουιτς, η τρελή μις Χάβισαμ, η άκαρδη ωραία Εστέλλα, ο πανούργος δικηγόρος Τζάγκερς και πολλοί άλλοι μπερδεύουν τη ζωή και την ψυχή του ήρωα. 

Χαρακτήρες που η πένα του Κάρολου Ντίκενς ζωντανεύει με τις πιο αδρές πινελιές και τις πιο λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, με χιούμορ και δραματική ένταση, στήνοντας μια δυνατή πλοκή μέσα στο σκοτεινό σκηνικό του Λονδίνου των αρχών του 19ου αιώνα. Ο έρωτας που δεν ολοκληρώθηκε, η φιλία, η μοίρα, η εκδίκηση, οι ταξικές συγκρούσεις, η κοινωνική αναρρίχηση, η αρρώστια, ο θάνατος και η λύτρωση περιγράφονται εδώ με ρεαλισμό και χιούμορ: οι δραματικές σκηνές είναι συνταρακτικές. Αξίζει να το διαβάσετε!

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

“Αυτό το παιδί λέει τους βαλέδες φάντηδες!” είπε περιφρονητικά η Εστέλλα προτού τελειώσει η πρώτη μας παρτίδα. “Και τι τραχιά χέρια που έχει! Και τι χοντροκομμένα μποτάκια!”

 Ποτέ πριν δεν μου είχε περάσει από το μυαλό να αισθανθώ ντροπή για τα χέρια μου, τώρα όμως άρχισα να τα βλέπω εξαιρετικά άχαρα. Τόσο δυνατή ήταν η περιφρόνηση της για μένα που κατάντησε μεταδοτική και κόλλησα κι εγώ. Κέρδισε την παρτίδα και μοίρασα εγώ. Έκανα λάθος στη μοιρασιά, όπως ήταν φυσικό αφού ήξερα πως περίμενε πως και πως να κάνω κανένα στραβοπάτημα και μου καταλόγισε πως δεν ήμουν παρά ένα χαζό, άγαρμπο χωριατόπαιδο.

“Εσύ δεν λες τίποτα γι αυτήν”, παρατήρησε η μις Χάβισαμ ενώ μας παρακολουθούσε. “Λέει τόσο σκληρά πράγματα για σένα, εσύ όμως δεν λες τίποτα γι΄ αυτήν. Τι γνώμη έχεις γι αυτήν;”

 “Δεν θέλω να πω”, τραύλισα.

 “Πες το μου στ αυτί”, είπε η μις Χάβισαμ σκύβοντας.

 “Νομίζω πως είναι πολύ περήφανη”, αποκρίθηκα ψιθυριστά.

 “Τίποτε άλλο;”

 “Νομίζω πως είναι πολύ όμορφη”.

 “Τίποτε άλλο;”

 “Νομίζω πως φέρεται πολύ προσβλητικά”. (Εκείνη τη στιγμή με κοιτούσε με μεγάλη αποστροφή.)

 “Τίποτε άλλο;”

 “Νομίζω πως θέλω να πάω σπίτι”.

 “Και να μην την ξαναδείς ποτέ κι ας είναι τόσο όμορφη;”

  “Δεν είμαι σίγουρος πως δεν θα θελα να την ξαναδώ, τώρα όμως θα ήθελα να πάω σπίτι”.

 “Θα πας σε λιγο”, είπε η μις Χάβισαμ δυνατά. “Τελείωσε το παιχνίδι”.

 Αν δεν ήταν εκείνο το αλλόκοτο χαμόγελο στην αρχή, θα ήμουν σχεδόν βέβαιος πως το πρόσωπο της μις Χάβισαμ δεν ήταν ικανό να χαμογελάει. Μας παρακολουθούσε άγρυπνα κι είχε πάρει μια πένθιμη έκφραση -πολύ πιθανόν από τότε που όλα γύρω της είχαν παραλύσει- που έλεγες πως τίποτα δεν θα μπορούσε πια να την απαλείψει.

ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας

Πρόσεξε τι θα θυσιάσεις στο κυνήγι της ευτυχίας
Η ήρεµη ζωή του Βύρωνα και της Ευγενίας θα διαταραχτεί από την αιφνίδια απόφασή της να εξαφανιστεί µέσα σε µια νύχτα, εγκαταλείποντας τον σύζυγό της και το έξι µηνών βρέφος τους, αφήνοντας πίσω µόνο ένα σηµείωµα. Ένα φαινοµενικά αγαπηµένο ζευγάρι διαλύεται µέσα σε ένα βράδυ. Εκείνος, συντετριµµένος, θα µαζέψει τα κοµµάτια του, προσπαθώντας να µεγαλώσει σωστά την κόρη του και να γίνει για εκείνη πατέρας και µητέρα. Πάντα όµως θα τον πονάει η ανεξήγητη εγκατάλειψη της γυναίκας του. Οι αποκαλύψεις που θα έρθουν στη συνέχεια θα τον κάνουν να πειστεί ότι δεν πρέπει να ασχοληθεί ξανά µαζί της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην ανατροφή της κόρης του. Στο µεταξύ, η Ευγενία ταξιδεύει στο εξωτερικό και επιλέγει να στήσει µια καινούργια ζωή από το µηδέν, σε µια νέα χώρα κι ένα νέο περιβάλλον, παρόλο που ένα κοµµάτι της θα µείνει πίσω στην Ελλάδα, µαζί µε το παιδί της. Κάθε µέρα που βρισκόταν σ’ αυτόν τον γάµο ένιωθε όλο και πιο εγκλωβισµένη, όµως τώρα είναι αποφασισµένη να κυνηγήσει την προσωπική της ευτυχία και να βρει τον πραγµατικό εαυτό της, χωρίς να τη νοιάζει η γνώµη των άλλων και οι επιταγές της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούν… Οι ζωές όλων µοιάζουν να έχουν βρει τους ρυθµούς τους και ο καθένας ζει και πορεύεται σύµφωνα µε τις επιλογές του. Τι θα συµβεί όµως όταν η Ευγενία αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα; Θα καταφέρει να πείσει την κόρη της να την αφήσει να µπει στη ζωή της, µετά από δεκαπέντε χρόνια που ήταν µακριά της; Τι θα χρειαστεί να θυσιάσει αυτή τη φορά στο νέο κυνήγι της ευτυχίας; Ένα συγκλονιστικό µυθιστόρηµα που εστιάζει στη δύναµη της συγχώρεσης. Καθώς το παρελθόν συγκρούεται µε το παρόν, οι επιλογές τους αντικατοπτρίζονται στη ζωή της κόρης τους και των εαυτών τους, ρωτώντας τελικά: Μπορεί η αγάπη, αφού χαθεί, να ξαναζωντανέψει;

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Η μοίρα ενώνει τις ζωές των ανθρώπων. Ο Στέφανος, ο Εμμανουήλ, ο Βασίλης, ο Γιώργος και ο Ορέστης ενώθηκαν μέσα από την αγάπη και τη ζωή. Θα καταφέρουν να μείνουν ενωμένοι όταν ο θάνατος μπει ανάμεσα τους; Η φιλία τους θα αντέξει όταν ξέρουν πως ένας από αυτούς είναι ο δολοφόνος; Θα καταφέρουν να βρουν την ευτυχία ή θα πνιγούν στους φόβους τους; ΕΡΩΤΑΣ, ΑΙΜΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΕ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΝΑΣ… Ένας εξ αυτών ας γίνει ο δικός σας δρόμος προς την ευτυχία…

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

ΟΡΓΗ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ
Αριάδνη, Άγγελος, Γεράσιμος και Ζήσης: η μοίρα τούς ένωσε και τους έδεσε με τη δύναμη της φιλίας. Ελβίρα, η γυναίκα που έκανε το λάθος να ερωτευτεί έναν από αυτούς. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αγάπη μιας γυναίκας για το αντικείμενο του πόθου της; Μπορεί να θυσιάσει το μέλλον της και αυτό των γύρω της; Εκδίκηση, πάθος, έρωτας και φιλία, όλα θα δοκιμαστούν από τον χρόνο. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΠΝΟΗ…

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΔΡΟΣΟΣΤΑΛΙΔΕΣ ΖΩΗΣ,2022
Πρόκειται για μια συλλογή με ρομαντικές ιστορίες. Στη σελίδα 52, θα βρείτε την δική μου ιστορία: της Φένιας, του Κωνσταντίνου και του Μάρκου. Ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνίστρια την Φένια, η οποία προσπαθεί να αποφασίσει ποιος είναι ο άνδρας των ονείρων της; Άραγε θα κάνει την σωστή επιλογή; Θα είναι ευτυχισμένη;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ, 2022

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΙΧΝΗ,  2022
Πρόκειται για μια συλλογή με θρίλερ ιστορίες. Στη σελίδα 40,θα βρείτε την δική μου ιστορία... Η Κυριακή είναι μια αξιαγάπητη γυναίκα, 70 χρονών που ζει φιλήσυχα με τον άνδρα της τα τελευταία 45 χρόνια, ταράσσει αυτή την ηρεμία διαπράτοντας δυο φόνους. Τι είναι αυτό που μπορεί να ώθησει την γυναίκα αυτή να διαπράξει αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα; Θα σταματήσει εκεί;

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑΣ : 2022
Πρόκειται για μια συλλογή με χριατουγεννιάτικες ιστορίες. Στη σελίδα 58, θα βρείτε την δικη μου ιστορία, της Εβελίνας και του Eric! Δυο νέοι που γνωρίζονται μέσω διαδικτύου και ερωτεύονται. Πάρα τις αντιρρήσεις της οικογένειάς και των φίλων της φωτογράφου αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να τον επισκεφτεί στην Νέα Υόρκη γιατί πιστεύει ότι βρήκε τον άνδρα της ζωής της! Πόσο αληθινός μπορεί να είναι όμως ο έρωτας στο διαδίκτυο;

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ: 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με παιδικά παραμύθια. Στη θέση νούμερο 7, θα βρείτε την δική μου ιστορία. Πρόκειται για την Ασπρούλα, ένα παρεξηγημένο γατάκι που κάνεις δεν τη κάνει παρέα. Μια ιστορία που αναφέρεται στην δύναμη της προκατάληψης και διδάσκει τα παιδιά να μην κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ,  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2023
Πρόκειται για μια συλλογή με αστυνομικές ιστορίες. Στη σελίδα 192,θα βρείτε την δική μου ιστορία με πρωταγωνίστρια την Ελπίδα, η οποία τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της προσπαθεί ακόμη να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ένα ταξίδι γεμάτο σεξ και βία,. Θα καταφέρει να βγει ζωντανή; μέσα απ' αυτό;