ΕΝΑ
ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΘΑΥΜΑ – ΜΠΑΚΛΗ ΓΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑ
Περπατάω στους διαδρόμους του νοσοκομείου κι αφού
χτυπάω στο γραφείο του θεράποντα ιατρού μου, μετά λύπης του, μου ανακοινώνει
ότι ο καρκίνος είναι κακοήθης… Μετά την ανακοίνωση, τα αυτιά μου άρχισαν να
βουίζουν Από κει και πέρα δεν ακούω τίποτα από αυτά που μου έλεγε ο γιατρός.
Θυμάμαι ότι το έχω ξαναζήσει, ο γιατρός συνέχισε να μου λέει:
«Ότι
είναι θεραπεύσιμο.»
«Το ίδιο είχαν πει και στη μητέρα μου.»
«Σπύρο, μην συγκρίνεις… άλλη περίπτωση της
μητέρας σου άλλη η δική σου!»
Βγαίνω στο δρόμο και αρχίζω να νιώθω μια
μεγάλη εφίδρωση όπως οδεύω προς το σπίτι. Συνειδητοποιώ ότι έχω ιδρώσει, Δεν
ξέρω αν είναι από την ψυχολογική μου κατάσταση ή για την θερμοκρασία που
υπάρχει. Έπειτα από λίγο φτάνω στο σπίτι, Ο σπίθας λυσομανάει από την χαρά του
που με βλέπει κι αυτό ενοχλεί τ' αυτιά μου, παρόλο που έχει φαγητό και νερό,
δεν καταλαβαίνω τι του φταίει… ίσως ζεσταίνεται κι αυτός. Χωρίς να το πολύ
σκεφτώ, εισέρχομαι μέσα στο στούντιο, πετάω τα ρούχα μου στην άκρη. Είμαι μπροστά
στον καμβά της ακουαρέλας και έχω ποτίσει το πινέλο μου μπογιά από λάδι και
ξεκινώ. Αρχίζω να ζωγραφίζω το καμβά με
νεύρα. Τα χέρια μου δεν υπακούουν, κάθε πινελιά εκφράζει τα συναισθήματα μου, μετά
από αυτό τον νευρικό παραλήρημα η ακουαρέλα μου μοιάζεις σαν ένα βομβαρδισμένο
τοπίο Έπειτα από μία χρωματική έκρηξη… Καμία σχέση με αυτό που ξεκίνησα να
σχεδιάζω, Ένα μήνα πριν, απ τη στιγμή που έπιασα το πινέλο ήξερα ότι θα
καταστρέψω τη δουλειά αλλά είναι ο μόνος τρόπος να εκτονώσω τον θυμό που έχω
μέσα μου. Μετά πετάω το πινέλο από το χέρι μου, ενώ έχω λερωθεί και
βγαίνω στον κήπο μου και αντικρίζω την Αθήνα από μακριά, είναι μαγικά.
Όλα μου θυμίζουν εσένα μητέρα, που τόσο γρήγορα με
άφησες μόνο. Το σπίτι αυτό έχει ποτίσει από την παρουσία σου, τα χέρια σου που
φρόντιζαν τα γεράνια, τα γιασεμιά, την λεβάντα, τις ορτανσίες, τα φούλια και
τις γαρδένιες… Πόσο ζωντανά ήταν πριν χαθείς στα σύννεφα, δεν πιστεύω ότι μπορώ
να φροντίσω όσα άφησες πίσω στην μάταια γη. Τα μάτια μου απλώθηκαν στην θέα.
Πεύκα, κυπαρίσσια κι ελιές γεμίζουν τα βουνά και το βλέμμα.
Κατά βάθος δεν θέλω να πεθάνω για να
μην περάσω ότι πέρασε η μητέρα μου. Οι θεραπείες την ταλαιπώρησαν πάρα πολύ,
έπεσαν τα μαλλιά της και το τελευταίο διάστημα ο οργανισμός της
κατέρρευσε ψυχοσωματικά. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να αντέξω
όλη αυτή τη διαδικασία, όπως η μητέρα μου. Αλλά ακόμα, δεν έχω αποφασίσει
τίποτα. Αργά
το απόγευμα, αποφασίζω να κάνω μπάνιο και να ξαπλώσω, αφήνοντας τις σκέψεις μου
να χάνονται μέσα από την προβολή μιας κωμωδίας, ελπίζοντας να ξεχαστώ. Λίγα
λεπτά μετά την προβολή της ταινίας τα βλέφαρα μου έχουν βαρύνει, κι έτσι
βυθίζομαι σ' έναν βαθύ ύπνο που με βοηθάει να μην σκέφτομαι απολύτως τίποτα.
Βρίσκομαι σ' ένα μέρος που δεν αναγνωρίζω, είναι μία
έκταση από αμυγδαλιές ανθισμένες κι εγώ περπατάω ανάμεσά τους. Υπάρχει γαλήνη
γύρω μου και ξαφνικά στο βάθος διακρίνω κάποιον να με πλησιάζει. Βέβαια στην
αρχή δεν καταλαβαίνω ποιος είναι, αλλά μετά από κάποια λεπτά η φιγούρα μοιάζει
με αυτή της μητέρας μου. Κοντοστέκομαι για λίγο και χαμογελάω, νιώθω
ευτυχισμένος πού την ξαναβλέπω μετά από καιρό.
«Αγόρι μου...»
«Πόσο μου έλειψες»
«Και εμένα μου έλειψες πολύ αλλά δεν ήρθε η ώρα
ακόμα να έρθεις κοντά μου.»
«Ίσως να έρθω πιο γρήγορα πόσο πιστεύεις μητέρα.»
«Πίστεψέ με ξέρω καλύτερα δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα.»
«Μόνο που πρέπει να κάνεις κάτι.»
«Τι είναι αυτό;»
Να πας στην Τήνο. Να πας και να προσκυνήσεις την Παναγία.
Ξέρεις ότι δεν πιστεύω μητέρα.»
Γι αυτό στο ζητάω.»
Μου λες δηλαδή ότι αρρώστησα γιατί δεν πιστεύω. Και
εσύ που πιστεύεις;»
Δεν είπα ποτέ ότι ο Θεός είναι εκδικητικός αγάπη
μου... Εμένα είχε έρθει η ώρα μου, εσένα δεν έχει έρθει. Και το μόνο που σου
ζητάω είναι να πας εκεί, κάντο για μένα.
«Πήγαινε να ανάψεις ένα κερί, κάντο για μένα.»
Πάω να την αγκαλιάσω αλλά εκείνη κάνει πίσω.
Όχι, ακόμα. Τόσα πολλά να κάνεις στον κόσμο, ούτε
καν ο ίδιος δεν μπορείς να διανοηθείς. Άλλωστε ακόμα δεν είδα εγγόνια.»
«Ρε μάνα πάντα αυτός ήταν ο καημός σου.» Γελάω...
«Γνωρίζω τι θα συμβεί και πίστεψέ με θα είναι πολύ
ωραίο.»
Μακάρι να μπορούσα να πιστέψω όσο πιστεύεις εσύ.
Γιατί σε είσαι ακόμα εδώ, αν όλα αυτά που ξέρουμε ισχύουν γιατί σε παραμένεις;»
«Γιατί ήξερα ότι σε αυτή την δύσκολη στιγμή δεν
έπρεπε να σε αφήσω μόνος σου. Μην ανησυχείς δεν είμαι φάντασμα ούτε παρακολουθώ
τη ζωή σου.»
«Αλλά;»
«Αλλά το ένστικτο της μάνας δε φεύγει ποτέ ακόμα και
αν είναι στον παράδεισο.
«Εκεί είσαι;»
«Είμαι κάπου που είμαι ευτυχισμένη. Άλλωστε εσύ δεν
είπες ότι δεν πιστεύεις;» Γελάμε.
Ξαφνικά πετάγομαι από τον ύπνο μου λουσμένος στον ιδρώτα,
προσπαθώντας να καταλάβω τί ήταν αυτό που είχα δει πριν από λίγο. Μου είχε
λείψει ο ήχος της μητέρας αλλά και η παρουσία της το μυαλό μου, μου κάνει
παιχνίδια επειδή ανακάλυψα ότι πάσχω από την ίδια αρρώστια με εκείνην. Το
τελευταίο διάστημα ακούω για την Τήνο, και είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε
αυτό το παιχνίδι της μοίρας γιατί είχε πιο σημαντικά πράγματα να κάνει, να
τελειώσει το πίνακα που είχε παραγγελία. Δέχομαι ένα τηλεφώνημα, λίγες μέρες
μετά.
«Γεια σου Σπύρο, πως πάει ο πίνακας; Τον χρειάζομαι»
ρωτάει ο πελάτης μου.
«Γεια σας, κύριε Κάππα, το τελειώνω. Την άλλη
εβδομάδα θα τον έχετε…»
«Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να έρθεις στην Τήνο. Εδώ
είμαι.»
Η πτήση που μου έκλεισε ο πελάτης είναι στις 14
Αυγούστου το μεσημέρι, και επιστροφή στις 17 Αυγούστου… Όπως και το ξενοδοχείο
στην πόλη είναι αρκετά αξιοπρεπές. Δεν υπάρχει σίγουρα κάτι που θα μπορούσε να
μου τραβήξει την προσοχή, επειδή είμαι προκατειλημμένος από την αρχή. Κάνω το
ταξίδι μόνο και μόνο για την δουλειά μου, όμως παρατηρώ την κοσμοσυρροή του
κόσμου και κάποιοι πηγαίνουν γονατιστοί και να πηγαίνει προς την εκκλησία. Ποτέ
δεν κατάλαβα τον λόγο που το κάνουν αυτό, αλλά δεν θα ασχοληθώ ιδιαίτερα. Ύστερα
αφού εγκαταστάθηκα στον χώρο, βγαίνω στο μπαλκόνι του δωματίου μου και
αντικρίζω το νησί. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι είναι πανέμορφο... Ησυχία
αυτή την ώρα, και μπορείς ν' αγναντέψεις το απέραντο γαλάζιο, και τους γλάρους
που πετούν ανάμεσα από τα σύννεφα... Η αλήθεια είναι ότι έχω μαγευτεί με τη
θέα, και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από την θάλασσα και τον ουρανό που
γίνονται ένα εκεί που σταματούν τα μάτια μου να βλέπουν... Μετά από λίγο
αντικρίζω το ηλιοβασίλεμα. Ήταν από τις πιο όμορφες εμπειρίες να παρακολουθώ
τον ήλιο να βουτάει και να χάνεται μέσα στη θάλασσα, και μία γλυκιά ψύχρα
αγκαλιάζει όλο μου το σώμα και με αυτόν τον τρόπο το προετοιμάζει για τη νύχτα
που θα ακολουθήσει. Για κάποιον λόγο που δεν καταλαβαίνω, νιώθω μία υπέροχη ηρεμία
και γαλήνη βρισκόμενος εδώ. Ίσως η μητέρα μου είχε δίκιο που επέμεινε να
επισκεφθώ το μέρος, σίγουρα αν ζούσε, θα ερχόταν κι εκείνη. Χαμογελάω πλατιά
ξέροντας ότι θα μου έλεγε αυτή τη στιγμή:
«Εγώ στα ‘λεγα...εσύ δεν ήθελες να με ακούσεις.» Η
φωνή της αντηχεί τις περισσότερες ώρες στο μυαλό μου, προσπαθώντας να μου δώσει
κουράγιο να συνεχίσω.
Την επόμενη μέρα, αφού τοποθετώ τον πίνακα στην
ειδική τσάντα, αποφασίζω να πάρω ταξί για να πάω στο πελάτη μου. Μετά από λίγο
φτάνω στο προορισμό μου. Λίγο πριν χτυπήσω την πόρτα, βλέπω μια γυναίκα που
είναι λευκά ντυμένη και μου λέει:
«Δεν έχεις έρθεις να με δεις!»
Πάνω που ετοιμάζω να της απαντήσω εξαφανίζεται μέσα
στον ήλιο. Ολοκληρώνεται η επίσκεψη με
τον πελάτη μου και αποφασίζω να ρωτήσω εκείνον:
«Είδα μια γυναίκα που φοράει άσπρα, είναι κάποια που
ζει εδώ;»
«Πως ήταν εκείνην;»
«Μακριά μαλλιά, αγγελική μορφή και ντυμένη στα
άσπρα…»
«Ήτανε η Παναγία…»
Στο άκουσμα της απάντησης παθαίνω σοκ, αλλά συνεχίζω
να μην πιστεύω…
«Δεν ξέρω τι σου συμβαίνει αγόρι μου, αλλά η Παναγία
σου ζήτησε να πας, ακόμη και αν μην πιστεύεις. Νομίζω ότι πρέπει να πας.»
Αποφασίζω το απόγευμα να επισκεφτώ την εκκλησία. Η
Τήνος συνδυάζει πολύ την παράδοση, με τη δύναμη του κοσμοπολίτικου αέρα.
Γραφικά χωριά, στενά σοκάκια, βρύσες παντού που μπορείς να πιεις γάργαρο
καθαρού νερό, παραδοσιακά φαγητά με πολύ καλό μαγειρεμένο φαγητό, και τούρτα
διαπιστώνεις ότι το συγκεκριμένο νησί έχει ένα λεβιέ που σταματάει το χρόνο...
Είναι μαγικό, δεν μπορεί να μη σε συναρπάσει. Όπως κουνιόντουσαν οι ρόδες του
ποδηλάτου περνούσα ανάμεσα από τις βουκαμβίλιες που υπάρχουν, στα σοκάκια
ανάμεσα στα σπίτια και στα μαγαζιά, ήταν σε μένα μεγάλο στεφάνι να σε
προστατεύει και να σου προσφέρει μία αίσθηση ηρεμίας αλλά και ευωδιάς
ταυτοχρόνως. Ξαφνικά βλέπω δύο γλάρους να περνάνε αρκετά χαμηλά από τον ουρανό,
προσφέροντας μου μία υπέροχη εικόνα, πού είναι ιδανική για φωτογραφία... Μάλλον
είναι ζευγάρι, τα φτερά τους μπλέκονται το ένα μέσο από το άλλο και είναι σαν
ερωτοτροπούν στον αέρα, αισθάνομαι σαν ένα μικρό παιδί που εξερευνά πάλι τον
κόσμο… Απ' ότι μου ανέφεραν οι ντόπιοι κάτοικοι, 200 χρόνια είναι η
συγκεκριμένη εκκλησία εδώ, και μόλις το ακούω νιώθω δέος, παρόλο που δεν
πιστεύω. Αρχίζω να ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας για να μπω στο εσωτερικό
της, και ξαφνικά αισθάνομαι κάτι περίεργο… Νιώθω ένα μεγάλο μέρος φορτίο
ενέργειας να με περιβάλλει φτάνοντας στην πόρτα, είναι τόσο αλλόκοτο αλλά
συμβαίνει. Τελικά πιστεύεις δεν πιστεύεις, πρέπει να επισκεφθείς αυτό το μέρος.
Νιώθω τα πόδια μου να μουδιάζουν, επηρεασμένος από αυτή τη θετική ενέργεια πριν
καν εισέλθω στον χώρο του ναού.
Εντυπωσιάζομαι από την αρχιτεκτονική του ναού και
δεν μπορώ να πάρω στα μάτια μου από πάνω της αριστερά υπάρχει ένα μικρό
ξωκλήσι, όπου ανάβουν τις λαμπάδες οι πιστοί ενώ από κει ξεκινούν τα μαρμάρινα
σκαλιά για το εσωτερικό. Πρώτη φορά νιώθω έτσι στη ζωή μου δεν ξέρω τι να κάνω
κοιτάω γύρω μου και δεν ξέρω πώς πρέπει να αντιδράσω... Το βλέμμα μου πέφτει
προς τα πάνω που βλέπω τα καντηλάκια με τα τάματα προς την παναγία, που κάνουν
οι πιστοί για να τις ζητήσουν να τους βοηθήσει. Είναι ένα κόσμημα για την
χριστιανοσύνη, ο συγκεκριμένος ναός. Τα πόδια μου με πηγαίνουν σε μία καρέκλα,
ουσιαστικά σωριάζομαι πάνω της, γιατί νιώθω πάρα πολύ συναισθηματικά
φορτισμένος... Ίσως η μητέρα μου είχε δίκιο που επέμενε να επισκεφθώ αυτή την
εκκλησία, απ την άλλη βέβαια αισθάνομαι ότι θα αλλάξει; Θα σταματήσω να έχω την
αναθεματισμένη αρρώστια που μου τρώει τα σωθικά; Όχι βέβαια...
Για έναν ανεξήγητο λόγο σηκώθηκε ένας αέρας και σαν
να με έσπρωξε, στο μέρος που βρέθηκε η εικόνα της παναγίας, το ίδιο σημείο
άρχισε να αναβλύζει καθαρό γάργαρο νερό, λες και ήταν πηγή αλλά δεν συνέβαινε
κάτι τέτοιο το νερού έβγαινε από την γη. Όταν μου το ανέφερε αυτό είναι ένας
άνθρωπος εκεί της εκκλησίας έμεινα με ανοιχτό το στόμα και παρατηρούσα τον χώρο
στον οποίο βρισκόμουν.
Μετά από αυτή την μαγική εμπειρία, προσκύνησα την εικόνα της παναγίας και
μουδιασμένος αποφασίζω να βγω από το κτίσμα που περιβάλλει όλη τη δύναμη ενός
ανώτερου πνεύματος. Αποφασίζω λοιπόν να κάτσω σε ένα μικρό μαγαζάκι να φάω ένα
τοπικό φαγητό, και έπειτα να γυρίσω στο ξενοδοχείο. Δύο ώρες μετά βρίσκομαι
πάλι στο μπαλκόνι μου, το πέλαγο, και να χάνομαι μέσα σε αυτό. Λίγο μετά
εισέρχομαι στο δωμάτιό μου και βλέπω το ρολόι του τοίχου να δείχνει 9:30 το βράδυ,
νιώθω πολύ κουρασμένος και αποφασίζουν να κοιμηθώ.
Ο ύπνος μου είναι βαρύς και χάνομαι, ξαφνικά
βρίσκομαι σε μία ακροθαλασσιά, καθισμένος στην άμμο, να κοιτάω το νερό όταν
μπροστά μου εμφανίζεται μία όμορφη γυναίκα στα λευκά και μου λέει:
«Ήρθα…»
«Χαραμίζεσαι έτσι όπως ζεις… Θέλω να μείνεις εδώ και
κάνεις την αγιογραφία μου.»
«Δεν ξέρω αν προλαβαίνω…»
Γελάει…
«Μην ανησυχείς θα το αναλάβω εγώ.»
Ξυπνάω, γνωρίζοντας ότι ήταν ένα όνειρο. ακούγοντας
τις καμπάνες της εκκλησίας, τίποτα πλέον δεν θα είναι το ίδιο στη ζωή μου
σκέφτηκα κοιτώντας το πέλαγος να απλώνεται από το παράθυρό μου. Έπειτα από λίγο
ακούω το τηλέφωνο μου, και ο πελάτης λέγοντας ότι θέλει να αναλάβει ένα ακόμη
έργο και θα πρέπει να μείνω στο νησί, νιώθω ότι όλο το σύμπαν, συνωμοτεί για να
μείνω στην Τήνο.
Το συγκεκριμένο διήγημα στάλθηκε στο διαγωνισμό «ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ» στις εκδόσεις: EAVING WAVES PUBLICATIONS